Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ἱερεύς Ἰωάννης Ἀθανασιάδης, ( Ὁ Γέροντάς μου). 1898-1978.



Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Μέ πλήρη συναίσθηση τῆς ἀδυναμίας μου ἐπιχειρῶ νά κάνω κάτι πολύ τολμηρό. Ἀποπειρῶμαι νά γράψω τόν βίο καί τήν πολιτεία ἑνός μεγάλου ἀνδρός, ἑνός ἀγαθοῦ Λευΐτη, ἑνός ἁγίου Ἱερέως, πού ἄφησε ἐποχή ἀπό ὅπου καί ἄν πέρασε. Συχνά τόν παραβάλλω μέ τόν Ἅγιο Νικόλαο τόν Πλανᾶ καί αὐτό δέν εἶναι ὑπερβολή.
Πρόκειται γιά τόν μακαριστό π. Ἰωάννη Ἀθανασιάδη, ἐφημέριο Παναγίτσας Ἐδέσσης. Εἶχα τήν μεγάλη εὐλογία (εὐχαριστῶ καί εὐγνωμονῶ τόν Θεό ἀπό βάθους καρδίας), γιατί μέ ἀξίωσε, μοῦ ἔκανε τήν μεγάλη τιμή νά τόν ἔχω Πνευματικό ἀπό τά μαθητικά μου χρόνια μέχρι τήν χειροτονία μου σέ διάκονο. Δικαιοῦμαι, πιστεύω, ἀλλ᾿ εἶναι καί καθῆκον μου,(ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται, θά ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος) νά περισώσω στό χαρτί ὅσα γνωρίζω γι᾿ αὐτόν.
Ἕνα μόνο φοβοῦμαι, μήπως τόν μειώσω μέ ὅσα θά πῶ καί ὅπως τά πῶ. Μήπως δέν καταφέρω νά γράψω ὅπως καί ὅσο τοῦ ἀξίζει. Γι᾿ αὐτό ἐπικαλοῦμαι τόν φωτισμό καί τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὅλα γιά τήν δική Του δόξα τά ἐπιχειρῶ. Ὁ Θεός γνωρίζει νά δοξάζει τούς δικούς Του ἀνθρώπους. Ὁ Θεός δόξασε καί χαρίτωσε τόν ταπεινό Ἱερέα του. Ἔτσι, ὅταν ἐπαινοῦμε τόν Γέροντα, τόν Θεό δοξάζουμε.
Ὁ μακαριστός πατήρ Ἰωάννης Ἀθανασιάδης γεννήθηκε στόν μαρτυρικό, πολύκλαυστο μά καί ἀλησμόνητο Πόντο στά 1898. Ἰδιαίτερη πατρίδα του ὑπῆρξε τό χωριό Μοναστήρ τῆς ὀνομαστῆς Ἀργυρούπολης. Δέν ἦταν μακρυά ἀπό τό χωριό τῆς μητέρας μου.Ἦταν τό ἕκτο παιδί τῶν γονέων του. Τά πρῶτα του γράμματα τά ἔμαθε στό χωριό του καί κατόπιν συνέχισε στή γειτονική Ἄτρα. Τελείωσε ἐκεῖ τό Δημοτικό Σχολεῖο, ἀλλ᾿ ἦταν καί ἀπό τή φύση του πολύ ἔξυπνος. Ἔτσι ὅποιος τόν γνώριζε καί συνομιλοῦσε μαζί του καταλάβαινε, ὅτι ἔχει νά κάνει μέ ἕναν μορφωμένο ἄνθρωπο. Τά σχολεῖα τοῦ Πόντου, ἀκόμη καί τά κατώτερα παρεῖχαν πολλές γνώσεις, σπουδαία μόρφωση, κάτι πού δέν τό συναντοῦμε ἴσως πουθενά ἀλλοῦ.
Τό ἔτος 1923, κατά τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν, μαζί μέ ἄλλους κατοίκους τοῦ χωριοῦ του καί τῆς γύρω περιοχῆς ἦρθε στήν Ἑλλάδα. Στήν ἀρχή ἐγκαταστάθηκε στό χωριό Παναγίτσα τῆς ἐπαρχίας Ἐδέσσης, μέ κατοίκους ἄλλων δύο γειτονικῶν τους χωριῶν, ἀλλά τό 1928, μέ περίπου ἄλλες δέκα οἰκογένειες μετακόμισαν στή Νέα Ζωή.
Ἦρθε σέ γάμου κοινωνία στόν Πόντο μέ τήν συγχωριανή του Εὐμορφία Ξενίδου, μέ τήν ὁποία ἀπέκτησε ἐκεῖ δύο παιδιά, πού πέθαναν ὅμως πρίν ἔρθουν στήν Ἑλλάδα. Μετά τόν ἐρχομό τους στήν μητέρα πατρίδα ἀπέκτησαν ἄλλα τρία παιδιά: 1.Τήν Ἀντιγόνη, πού ἔμεινε ἄγαμη καί ἀφιερώθηκε σέ χριστιανική Ἀδελφότητα καί προσέφερε πάρα πολλά μαζί μέ τόν πρῶτο ἐξάδελφό της, τόν Ἀρχιμανδρίτη π. Γαβριήλ Ἀθανασιάδη. 2. Τόν Λάζαρο, πού ζοῦσε μέ τήν οἰκογένειά του στή Θεσσαλονίκη, καί 3. Τήν Μάρθα, καθηγήτρια Θεολόγο, πού ζεῖ μέ τήν οἰκογένειά της στό Κλησοχώρι ἔξω ἀπό τήν Ἔδεσσα. Εἶχα μάλιστα τήν τιμή νά εἶμαι μαθητής της στό Γυμνάσιο Ἀριδαίας.
Ἡ σύζυγος τοῦ π. Ἰωάννη σύντομα ἔφυγε ἀπό τόν μάταιο αὐτό κόσμο, τό 1942 σέ ἡλικία μόλις 42 ἐτῶν, ἀφοῦ ἔκανε ἑφτά χρόνια στό κρεββάτι τοῦ πόνου κατάκειτη ἀπό ἐγκεφαλικό. Ὁ πιστός σύζυγός της τήν ὑπηρέτησε καί τήν περιποιήθηκε μέ τόν καλύτερο τρόπο. Ὁ ἴδιος μόνος πλέον μεγάλωνε τά τρία του παιδιά. Ἦταν καί μάνα καί πατέρας μαζί καί λίγο ἀργότερα, τό 1944 τά πῆρε καί ἐγκαταστάθηκαν στήν Ἔδεσσα.
Τότε Μητροπολίτης ἦταν ὁ μακαριστός Παντελεήμων Παπαγεωργίου, στόν ὁποῖο χρωστάει πολλά ἡ πόλη τῆς Ἔδεσσας. Πῆγε τόν βρῆκε καί παρακάλεσε νά κάνει κάτι καί γι᾿ αὐτόν, κάπου νά τόν τοποθετήσει. Ὁ Μητροπολίτης τόν συμπάθησε πολύ, γιατί εἶδε τήν κατάστασή του μά καί τήν βαθιά του πίστη. Τόν ἔστειλε στήν Ἱερά Μονή Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Μεσημερίου, ὅπου βρισκόταν τότε ὁ ἀόματος μοναχός Μελέτιος Ἀϊβαζίδης. Ἐκεῖ ἔμεινε γιά δύο χρόνια καί τό ἔτος 1946 ὁ ἴδιος Μητροπολίτης τόν διόρισε νεωκόρο τοῦ παλαιοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.
Στό διάστημα αὐτό τόν γνώρισε ἀκόμη καλύτερα καί τόν ἀγάπησε περισσότερο. Ἐκτίμησε τά προσόντα του, παρατήρησε τήν ἐργατικότητά του, τόν ἔνθερμο καί ἔνθεο ζῆλο γιά τά καθήκοντά του, τήν μόρφωση πού διέθετε, τόν ἀσκητικό-χριστιανικό τρόπο ζωῆς του. Ἦταν ὄντως ξεχωριστός ἄνθρωπος, σπάνιος. Δύσκολα συναντοῦσες τέτοιον.
Κάποια μέρα τοῦ εἶπε ὁ Δεσπότης: Μπαρμπα-Γιάννη, θά σέ κάνω Παπα-Γιάννη. Πράγματι τό καλοκαίρι τοῦ 1949 τόν χειροτόνησε Διάκονο καί κατόπιν Ἱερέα. Τήν ἐποχή ἐκείνη στόν Μητροπολιτικό Ναό ἐφημέρευαν οἱ Ἱερεῖς Ἀναστάσιος Μακρίδης καί Νικόλαος Παραστατίδης.
Οἱ κάτοικοι τῆς Παναγίτσας, σάν τό ἔμαθαν, ζήτησαν ἀπό τόν Μητροπολίτη Παντελεήμονα τόν π. Ἰωάννη γιά Ἐφημέριο στό χωριό τους, ὅπως καί ἔγινε. Ἔτσι πλέον ὁ ἀγαθός Λευΐτης ξαναβρίσκεται καί πάλι στό πρῶτο χωριό του. Ὑπηρέτησε ἐκεῖ ἐπί μία εἰκοσαετία καί κατά τό ἔτος 1969 συνταξιοδοτήθηκε, ἐπί μακαριστοῦ Μητροπολίτου Καλλινίκου, ὁ ὁποῖος τόν σεβόταν καί τόν ἐκτιμοῦσε βαθύτατα. Ἐπ᾿ αὐτοῦ ὅμως θά ἐπανέλθουμε καί παρακάτω.
Μετά τήν συνταξιοδότησή του ἐγκαταστάθηκε στό Κλησοχώρι, ὅπου ἦταν ἡ κόρη του Μάρθα καί ἀπ᾿ ἐκεῖ μετέβαινε στήν γυναικεία Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος, ἔξω ἀπό τήν Ἔδεσσα, καί ἐξυπηρετοῦσε τίς λατρευτικές ἀνάγκες τῆς Μονῆς.
Πόθος του ὅμως διακαής ἦταν νά πάει νά μονάσει καί νά ἀναπαυθεῖ σέ ἀνδρικό Μοναστήρι. Ὁ Θεός ἐκπλήρωσε καί αὐτή του τήν ἐπιθυμία. Θέλησε νά πάει στήν Ἱερά Μονή Πεντέλης. Τήν γνώριζε ἀπό παλιά, ὅταν πῆγε ἐκεῖ νά παρακολουθήσει ἕνα σεμινάριο Πνευματικῶν. Ἄν καθόταν ἐκεῖ θά ἔμπαινε στή σειρά, τοῦ εἶπαν, γιά νά κάνει τόν ἐφημέριο καί νά λειτουργεῖ ἀραιά καί ποῦ, κάτι πού δέν τοῦ ἄρεσε καθόλου. Τί θά ἔκαμνε ἄπραγος τόν ἄλλο καιρό; Ἡ θεία Λειτουργία ἦταν ἡ ζωή του καί ἡ χαρά του, ἡ ἀνακούφισή του. Γι᾿ αὐτό ἀναγκάσθηκε νά πάει στήν Ἱερά Μονή Ἁγίας Τριάδος, ἔξω ἀπό τά Μέγαρα, ἕνα Μοναστήρι μέ πέντε Μοναχούς τότε καί ἄρρωστο τόν Ἡγούμενο π. Κύριλλο. Οἱ Πατέρες τόν δέχθηκαν μέ μεγάλη χαρά καί τόν συμπάθησαν ἀμέσως καί μάλιστα ὑπερβολικά.
Μετά ἕνα χρόνο ὅλοι οἱ Πατέρες μέ τόν Ἡγούμενό τους καί τόν π. Ἰωάννη μαζί πῆγαν στήν περίφημη Ἱερά Μονή Παρακλήτου, στόν Ὠρωπό, ὅπου ἦταν Ἡγούμενος ὁ ὀνομαστός π. Χερουβείμ. Ἐκεῖ ὁ Γέροντας ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός. Μᾶς ἔλεγαν μοναχοί τῆς ἐκεῖ Μονῆς: Τρίβαμε τά μάτια μας. Δέν μπορούσαμε νά φαντασθοῦμε, ὅτι ἕνας Γέροντας προερχόμενος ἀπό ἐγγάμους θά μᾶς κολλοῦσε στόν τοῖχο μέ τή ζωή καί τίς ἀρετές του, μέ τήν ἁγιότητά του. Ἡ παρουσία του ἦταν ἕνας ἔλεγχος γιά μᾶς. Δέν μπορούσαμε νά τόν φθάσουμε στόν πνευματικό ἀγώνα. Αὐτό δέν ἦταν κάτι παράξενο καί πρωτόγνωρο γιά τόν ἴδιο. Ἦταν ἡ φυσική συνέχεια τῆς προηγούμενης ζωῆς του, ἀφοῦ ὁ μακαριστός ἀπό τόν κόσμο ἀκόμη ζοῦσε ζωή ἁγία καί ξεχωριστή. Ὅλοι ἔχουν νά διηγηθοῦν πολλά γιά τήν ὁσιακή του μορφή καί ζωή. Ὁ ἴδιος ὁ π. Χερουβείμ ἔλεγε πολλές φορές, ἄχ, ἀργά τόν γνωρίσαμε.
Ἀλλά οὐδείς ζήσεται ἐπί τῆς γῆς καί οὐκ ὄψεται θάνατον. Ἔτσι ἦρθε καί τό τέλος τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰωάννη. Ἦταν 4 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1978. Οἱ Πατέρες τελοῦσαν τήν ἀγρυπνία τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου στό ὁμώνυμο Παρεκκλήσιο τῆς Μονῆς. Τήν ὥρα πού ἔψαλλαν τά Ἀνοιξαντάρια, κατάκειτος ὁ ἴδιος μέ χαρούμενο καί ἱλαρό βλέμμα, ἔρριξε μιά ματιά τριγύρω του καί ἀνάλαφρα, σάν πουλάκι παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Ἀρχηγό καί χορηγό τῆς ζωῆς. Ἦταν τότε 80 ἐτῶν.
Πῶς ἔγινε ἡ γνωριμία μου μέ τόν π. Ἰωάννη;
Ὁ μακαριστός Γέροντας εἶχε συγγενεῖς στό χωριό μου Χρρύσα-Ἀριδαίας). Ἦταν κουμπάροι μέ τήν οἰκογένεια τοῦ Χρήστου Κεφαλίδη, πού ἔμεναν δίπλα στό δικό μας σπίτι. Κάποια φορά ἦρθε νά δεῖ τούς κουμπάρους του καί τό ἀπόγευμα, ἄρχισε πλέον νά πέφτει τό σκοτάδι, ὁ πατέρας μου μαζί μέ τήν γιαγιά μου (τήν μητέρα του), πῆγαν νά δοῦν τόν σεβάσμιο ἐπισκέπτη. Μαζί τους ἤμουν κι᾿ ἐγώ, ἡλικίας τό πολύ ἑπτά ἐτῶν. Καθόντουσαν ἔξω στήν αὐλή καί συζητοῦσαν ὁ π. Ἰωάννης μέ τόν πατέρα μου θέματα γύρω ἀπό τήν πίστη μας.
Ἐγώ καθόμουν κοντά στά πόδια τοῦ πατέρα μου, σ᾿ ἕνα μικρό σκαμνάκι, καί παρακολουθοῦσα τή συζήτησή τους. Τότε μάλιστα γιά πρώτη φορά στή ζωή μου ἄκουσα τή γιαγιά μου νά λέει στόν Ἱερέα ἀσπαζόμενη τό χέρι του, τήν εὐχή σου. Μέχρι τότε ἀπό κανένα ἄλλο δέν ἄκουσα αὐτά τά λόγια, γι᾿ αὐτό καί μοῦ ἔκαναν ἐντύπωση. Σήμερα αὐτό εἶναι ἀρκετά διαδεδομένο, ἀλλά τότε κανείς δέν τό ἔλεγε. Πολλά ἄλλα πράγματα δέν θυμᾶμαι ἀπό ἐκείνη τή συζήτηση. Ἕνα πού ἀκόμη μοῦ ἔμεινε καί τό θυμᾶμαι πάρα πολύ καλά εἶναι τό ἑξῆς: Σέ κάποια στιγμή λέει ὁ π. Ἰωάννης στόν πατέρα μου, χαίρομαι, γιατί εἶσαι πολύ πνευματικός ἄνθρωπος.
Ἡ δεύτερη φορά πού συναντηθήκαμε ἦταν, ὅταν ἐγώ ἤμουν πλέον μαθητής στό Γυμνάσιο Ἀριδαίας καί ὁ π. Ἰωάννης ἦρθε μέ ἄλλους Πνευματικούς, γιά νά ἐξομολογήσουν τούς μαθητές. Τότε ἐξομολογήθηκα γιά πρώτη φορά σ᾿ αὐτόν καί ἀπό τότε συνδεθήκαμε στενά. Ἔμεινα κοντά του μέχρι τήν χειροτονία μου, ὁπότε μοῦ ἔδωσε καί τήν πνευματική συμμαρτυρία.
Ἡ σχέση μας δέν κρατοῦσε μόνο κατά τήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως, ἀλλά συνεχίσθηκε καί στήν μετέπειτα στή ζωή μου. Πολύ συχνά πήγαινα στήν Παναγίτσα, ἔμενα σέ μιά θεία μου, ἀδελφή τῆς μητέρας μου, μά τόν περισσότερο χρόνο τόν περνοῦσα μαζί του. Καθόμουν μέχρι ἀργά τήν νύκτα μαζί του καί κουβεντιάζαμε.Ἦταν πολύ καλός γιά παρέα, παρότι εἴχαμε μεγάλη διαφορά ἡλικίας. Τοῦ ἔκαμνα πολλές ἐρωτήσεις καί μοῦ ἔδινε πάντοτε τίς καλύτερες ἀπαντήσεις. Πιστεύω πώς καλύτερες δέν θά μποροῦσε ἄλλος νά μοῦ δώσει. Παρ᾿ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Δημοτικοῦ, εἶχε γίνει καλύτερος ἀπό τούς θεολόγους, μέ τήν προσωπική του μελέτη καί τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ.
Μοῦ ἐτόνιζε πάντοτε τήν ἐμπιστοσύνη, πού πρέπει νά ἔχουμε στό Θεό. Ὁ ἴδιος ἦταν πολύ αἰσιόδοξος ἀκόμη καί στούς πιό δύσκολους καιρούς. Δέν ἦσαν λίγα αὐτά πού πέρασε. Ἀπό αὐτόν καί ἀπό τότε θυμᾶμαι τά λόγια, πού συχνά μοῦ ἔλεγε καί τά ὁποῖα μέ τή σειρά μου τά λέω σέ πολλούς. Ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί αὐτός σέ διαθρέψει. Οὐ στερήσει Κύριος τά ἀγαθά τοῖς πορευομένοις ἐν ἀκακίᾳ.
Κάποια φορά μοῦ μιλοῦσε γιά τήν προσευχή καί μάλιστα τήν ἀδιάλειπτη, ὅπως μᾶς τό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μοῦ ἀνέφερε ἐκεῖνο πού σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Θεοῦ ἐνθυμητέον μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον. Γιά νά μοῦ δώσει νά τό καταλάβω καλύτερα μοῦ εἶπε ἕνα παράδειγμα. Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες ἦταν κάποια ἐθνική γιορτή, 25 Μαρτίου ἤ 28 Ὀκτωβρίου, δέν θυμᾶμαι ἀκριβῶς, καί μαζί κάναμε τήν ἐπιμνημόσυνη δέηση γιά τούς πεσόντες στό ἡρῶον τοῦ χωριοῦ. Κοίταξε, μοῦ εἶπε. Στήν ἐπιμνημόσυνη δέηση κρατᾶμε ἑνός λεπτοῦ σιγή. Πόσες φορές ἀναπνέουμε σ᾿ ἐκεῖνο λεπτό; Ἔ, ἀκόμη περισσότερο πρέπει νά θυμώμαστε τόν Θεό καί νά προσευχώμαστε.
Ὁ ἴδιος ἦταν ἄνθρωπος πολλῆς προσευχῆς καί ἀνώτερης προσευχῆς. Μέσα στό κελλί του ξεχνιόταν στήν ἔνθερμη προσευχή. Στίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου τακτικός καί τυπικός. Δέν ἄφηνε καμιά Ἀκολουθία. Ἦταν μέσα στόν κόσμο καί φερόταν σάν νά ζοῦσε σέ Μοναστῆρι. Ποτέ τό πρωΐ δέν ἔκανε τήν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἄν δέν διάβαζε προηγουμένως τό Μεσονυκτικό. Ποτέ δέν ἔκανε Ἑσπερινό, ἄν δέ διάβαζε τήν ἐνάτη ὥρα. Στόν Κυριακάτικο Ὄρθρο διάβαζε Ψαλτήρι καί τόν Ἄμωμο, ὅπως ὁρίζει τό μοναστηριακό τυπικό.
Στήν θεία Λειτουργία ἦταν σάν ἄγγελος. Συνήθως ἦταν λευκά τά ἄμφιά του. Πραγματικά, ὅπως λένε κάποια τροπάρια, ἐπίγειος ἄγγελος καί οὐράνιος ἄνθρωπος. Δέν πατοῦσε στήν γῆ, πετοῦσε στόν οὐρανό. Δέν ἔχω δεῖ ἄλλον Ἱερέα νά λειτουργεῖ ἔτσι, μέ τόση προσοχή, τόση εὐλάβεια, τόση ἀφοσίωση. Ὅταν διάβαζε τίς εὐχές, ὄντως συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό. Στό Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας νόμιζες, ὅτι ἄνοιγε τό στῆθος του καί ἡ καρδιά του ἀνέβαινε ψηλά στόν οὐρανό. Ἦταν ( δέν εἶναι ὑπερβολή) σάν ἕνα Χερουβείμ μπροστά καί γύρω στήν Ἁγία Τράπεζα.
Ἦταν ἀκούραστος στό ποιμαντικό του ἔργο. Σέ κάθε θεία Λειτουργία ἔκαμνε θαυμάσιες ὁμιλίες. Κάποτε μάλιστα σέ συνεχῆ μικρά λειτουργικά κηρύγματα ἀνέλυε τήν θεία Λειτουργία, κάτι πολύ σπάνιο γιά τήν ἐποχή του. Ὅταν οἱ ἄλλοι Ἱερεῖς τῶν χωριῶν δέν μποροῦσαν ἤ δέν ἤθελαν νά κάνουν Κατηχητικό, ἐκεῖνος ἔκαμνε μαθήματα Κατηχητικοῦ στά παιδιά τοῦ Δημοτικοῦ καί Ἁγιογραφικούς Κύκλους στούς μεγάλους.
Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Καλλίνικος, τό εἴπαμε πιό πάνω, τόν σεβόταν καί τόν ἐκτιμοῦσε πάρα πολύ. Ὅταν ἤθελε νά ἀναφέρει περίπτωση καλοῦ Ἱερέως ἀνέφερε πάντοτε τόν π. Ἰωάννη. Ὅταν μάλιστα ἦρθε στήν Ἱερά Μητρόπολή μας ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος, ὁ Δεσπότης μας τόν πῆγε νά γνωρίσει τόν Ἐφημέριο Παναγίτσας π. Ἰωάννη. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί μόνο πού τόν εἶδε καί συζήτησαν γιά λίγο, ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπό τήν ἁγία μορφή του καί θαύμασε τήν ἀρετή τοῦ ἀγαθοῦ Λευΐτη.
Στόν ἑαυτό του, στή ζωή του ἦταν πολύ αὐστηρός, ἐνῷ φερόταν μέ ἐπιείκεια, μέ πολλή καλωσύνη στούς ἄλλους. Ἡ ἀγάπη καί φιλανθρωπία του δέν εἶχαν μέτρο. Μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει τίς ἐλεημοσύνες του, ὅσα ἔκαμνε γιά ἐκείνους, πού εἶχαν ἀνάγκη. Ὅλα τά ἔκαμνε στά κρυφά, ὅπως ὁ Χριστός μᾶς λέει μέσα στό Ἅγιο Εὐαγγέλιο.
Ἔζησε μέ λιτότητα. Ἦταν αὐστηρότατος νηστευτής. Ἡ νηστεία του πάντοτε χωρίς λάδι καί δέν ἦταν λίγες οἱ περιπτώσεις πού κρατοῦσε τριήμερο. Ἕνα ποτήρι τσάϊ μέ ἕνα παξιμάδι τοῦ ἦταν ἀρκετό. Πάντοτε ἀνυποχώρητος στήν τήρηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καί στήν ἐνάσκηση τῶν καθηκόντων του. Ποτέ του δέν δικαιολογοῦσε τόν ἑαυτό του, ὅτι θά μποροῦσε κάποια φορά νά παραλείψει κάτι, παρ᾿ ὅτι σάν ἄνθρωπος ἦταν φιλάσθενος.
Οἱ πόντιοι Ἱερεῖς, τό γνωρίζω καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως π.χ. καί ἀπό τόν ἐπίσης πόντιο Ἱερέα τοῦ χωριοῦ μου π. Εὐστάθιο Μεταξᾶ, θεωροῦσαν τήν δεύτερη ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί τῶν Χριστουγέννων ἡμέρα τῶν πονεμένων. Αὐτῶν πού ἔχασαν πρόσφατα κάποιο δικό τους ἄνθρωπο, πού εἶχαν μιά ἀτυχία, μιά ἀρρώστια, κάποιο ἄλλο πρόβλημα. Αὐτούς τούς ἐπισκεπτόταν ἐκείνη τήν ἡμέρα καί τό ἴδιο ἔλεγε νά κάνουν τά παιδιά του καί οἱ χριστιανοί του.
Ἀγαποῦσε πολύ τήν Ἱεραποστολή. Ὅταν ἦταν νεωκόρος στόν παλαιό Μητροπολιτικό Ναό, γνώρισε τόν κατόπιν σπουδαῖο Ἱεραπόστολο π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε Ἱεροκήρυκας στήν Μητρόπολή μας. Μετά πού πῆγε στήν Ἀφρική, ὁ π. Ἰωάννης τόν βοήθησε σημαντικά στό Ἱεραποστολικό του ἔργο. Τοῦ ἔστελνε συχνά χρήματα, Ἱερατικά Ἄμφια καί ὁ,τιδήποτε ἄλλο χρήσιμο. Ὁ π. Χρυσόστομος ἀλληλογραφοῦσε μαζί του καί πάντοτε τόν εὐχαριστοῦσε γιά τήν σημαντική προσφορά του στήν Ἱεραποστολή.
Ἦταν καλός πατριώτης. Ἀγαποῦσε πολύ τήν Ἑλλάδα μας. Στίς ἐθνικές γιορτές, ἀπό πολύ παλιά, ὅταν τά παιδιά του ἦταν σχετικά μικρά γέμιζε τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ του μέ εἰκόνες τῶν ἐθνικῶν μας ἡρώων.
Ἀλλά δέν ὑστέρησε οὔτε καί στό θέμα τῆς ἀνοικοδόμησης κτιρίων. Ἔκτισε τό νέο Ἐνοριακό Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τόν ὁποῖο διακόσμησε ὡραιότατα καί τόν διατηροῦσε πολύ καθαρό καί περιποιημένο.Ἦταν πολύ φιλόκαλος. Στήν αὐλή ἔκανε συντριβάνι, ὅπου ἔρριχνε κατά τήν ἑορτή τῶν Φώτων τόν Τίμιο Σταυρό. Ὅλος ὁ πέριξ τοῦ Ναοῦ χῶρος ἦταν πολύ περιποιημένος μέ πολλά λουλούδια. Στήν συνέχεια πίσω στά βουνά ἔκτισε τό Ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί κατόπιν σ᾿ ἕνα ὕψωμα στήν ἄκρη τοῦ χωριοῦ τόν Προφήτη Ἠλία. Στά γεράματά του ἔγινε καί τό ψηλό καμπαναριό τοῦ ἐνοριακοῦ Ναοῦ. Ὅλη μέρα δούλευαν οἱ τεχνίτες καί ὅλη νύχτα μόνος του ὁ Γέροντας ἀνέβαζε μέ τήν πλάτη του τά ὑλικά πάνω στή σκαλωσιά. Ἔτσι τό καμπαναριό ἔγινε μέ τά μισά χρήματα ἀπό ὅ,τι ὑπολόγιζε στήν ἀρχή ὁ ἐργολάβος καί σέ πολύ λιγότερο χρόνο.
Στά γεράματά του ἄρχισε νά βαριακούει. Ἔτσι, ὅταν μοῦ ἔδωσε τή συμμαρτυρία γιά τήν χειροτονία μου, μοῦ εἶπε: Κοίταξε, παιδί μου Γεώργιε, νά βρεῖς τώρα ἄλλο πνευματικό. Ἐγώ γέρασα καί δέν ἀκούω. Ἐσύ πρέπει νά φωνάζεις καί ἔτσι θά μᾶς πᾶρουν εἴδηση ἀπ᾿ ἔξω, τότε τί ἐξομολόγηση θά εἶναι; Ἐξ ἄλλου ἑτοιμαζόταν νά φύγει γιά τό Μοναστήρι. Τότε ἦταν ἡ τελευταία μου ἐξομολόγηση σ᾿ αὐτόν.
Ἔφυγα πολύ συγκινημένος καί δακρυσμένος, ὅπως τό παιδί πού ἀπογαλακτίζεται ἀπό τή μητέρα του. Τοῦ ζήτησα μία εὐλογία, κάτι ἀναμνηστικό καί μοῦ ἔστειλε, μέ τήν κόρη του κ. Μάρθα ἕνα πετραχήλι του. Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς μου ζωῆς τό φοροῦσα στίς καθημερινές Ἀκολουθίες καί στήν ἐξομολόγηση, ὅταν ἔγινα πνευματικός. Μετά ὅμως δέν τό φόρεσα ἄλλο, γιά νά μή φθαρεῖ. Τό φυλάσσω στό σπίτι μου καί τό ἔχω σάν μιά μεγάλη εὐλογία ἀπό ἕνα ἅγιο Ἱερέα.
Ἡ πρός Κύριον ἐκδημία του ἀσφαλῶς μέ ἐλύπησε βαθύτατα. Ἀλλά ἔτσι ἔχουν τά πράγματα τῆς γῆς. Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδωξεν οὕτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον. Τά τροπάρια τῆς ἐξόδιας Ἀκολουθίας αὐτό μᾶς λένε: Ὡς ἄνθος μαραίνεται καί ὡς ὄναρ παρέρχεται καί διαλύεται πᾶς ἄνθρωπος. Ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ὡς ἄνθρωπος, γεύθηκε τόν θάνατο, αὐτό θά συμβεῖ καί μέ τόν καθένα μας. Ἔτσι ἦρθε ἡ ὥρα, κατά τήν ὁ ὁποία ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης ἐξεμέτρησε τοῦ βίου τό χρέος.
Τώρα τόν ἔχουμε θερμότερο πρεσβευτή στό Θεό, γιατί εἶναι πιό κοντά Του καί, πιστεύω, πώς ἔχει μεγάλη παρρησία. Ἡ μεγάλη του ἀγάπη τόν παρακινεῖ νά προσεύχεται γιά μᾶς. Κι᾿ ἐμεῖς ταπεινά εὐχόμαστε πάντοτε, σέ κάθε θεία Λειτουργία, ἀλλά καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, ὁ Κύριος νά τόν ἀναπαύσει ἐν σκηναῖς δικαίων καί νά τοῦ χαρίσει τόν Παράδεισο, τή Βασιλεία του, ὅπως λένε τά ἑπτά Π, πού συμβολικά ἔβαλε στήν πρόσοψη τῆς Ἐκκλησίας καί συνιστοῦσε στούς χριστιανούς του, κάθε φορά πού περνοῦν ἔξω ἀπό τόν Ναό, νά κάνουν τό σταυρό τους καί νά ζητοῦν ἀπό τήν Παναγία: Ποθεινήν πατρίδα παράσχου μοι παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην με. Αὐτήν τήν οὐράνια πατρίδα νά χαρίσει σέ ὅλους μας ὁ Θεός δι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Γέροντά μας. Ἀμήν.-

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Ζουμῆς
Ἔδεσσα -Ἰανουάριος 2009




Δεν υπάρχουν σχόλια: