Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν - Παναγιώτης Νεοχωρίτης 
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου


Μέ τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί τοῦ φαρισαίου, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀνοίγει τό Τριώδιο. Μία κατανυκτική περίοδος, τό στάδιο τῶν ἀρετῶν. Ὅλοι ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ἀδιαφοροῦμε, νά κωφεύουμε στήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά νά ἐντείνουμε τίς προσπάθειές μας, τόν πνευματικό μας ἀγώνα. Νά ἀποφεύγουμε ὃ,τι ἁμαρτωλό κάνει ὁ κόσμος καί νά ἀκολουθήσουμε ὃ,τι ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία καί περιμένει ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός.
Ἄν εἴχαμε σήμερα μία φωτογραφική μηχανή, θά φωτογραφίζαμε δύο τύπους. Θά βλέπαμε τόν φαρισαῖο νά φαντάζει μέ τό ἐπιβλητικό παράστημά του στό κέντρο τοῦ ναοῦ. Τόν ἄλλο, τόν τελώνη, μόλις θά τόν διακρίναμε σέ κάποια γωνιά σκυμμένο καί ντροπαλό. Καί ἐρωτῶ, ἄν ἐξετάζαμε τόν φαρισαῖο σέ κάποια μαθήματα, σέ διάφορους τομεῖς τῆς ζωῆς του, τί βαθμό θά τοῦ βάζαμε;
Π.χ. στό μάθημα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ. Εἶναι πολύ δύσκολο μάθημα στήν ἐποχή μας. Ἀπό τούς ἑκατό βαπτισμένους χριστιανούς μόλις δύο μέ τρεῖς ἐκκλησιάζονται κάθε Κυριακή. Καί αὐτοί δέν γνωρίζω μέ πόση ὄρεξη ἔρχονται καί πῶς συμμετέχουν στή λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ φαρισαῖος δίνει τό παρόν ἀνελλιπῶς. Εἶναι κάθε Σάββατο στή λατρευτική σύναξη. Λοιπόν δέν τοῦ ἀξίζει ἕνα ἂριστα;
Στό μάθημα τῆς θρησκευτικότητας. Οἱ περισσότεροι σήμερα ἔχουν ἂλλα ἐνδιαφέροντα: κοσμικά, οἰκονομικά, πολιτικά, ἀθλητικά κ.ἄ. Λίγοι ἔχουν θρησκευτικά ἐνδιαφέροντα. Ἐλάχιστοι ἀσχολοῦνται μέ πνευματικά θέματα, μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τά κατηχητικά , μέ ἁγιογραφικούς κύκλους κλπ. Ὁ φαρισαῖος εἶναι καθαρά θρησκευτικός τύπος. Ἀνήκει στήν θρησκευτική ἀριστοκρατεία, στήν ἀφρόκρεμα τῶν Ἑβραίων. Εἶναι ἀφιερωμένος στόν Θεό. Ἡ ζωή του πάντοτε στρέφεται γύρω ἀπό τόν Θεό. Δέν τοῦ ἀξίζει ἄριστα;
Στό μάθημα τῆς τιμιότητας. Οἱ περισσότεροι σκοπό τῆς ζωῆς τους ἔχουν τό σύνθημα: «ἃρπαξε νά φᾶς καί κλέψε γιά νά ἔχεις». Οἱ πιό πολλοί πλουτίζουν μέ ψέματα, μέ ἀδικίες,  μέ κλοπές καί ἁρπαγές, μέ παρανομίες καί οἰκονομικά σκάνδαλα. Λίγοι ζοῦν μέ τόν τίμιο ἱδρώτα τους. Σ᾿ αὐτούς ἀνήκει ὁ φαρισαῖος. Τόν ἀκοῦμε νά τό λέγει: « Οὐκ εἰμί ὣσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων ἃρπαγες, ἄδικοι...». Πάλι τοῦ ἀξίζει ἄριστα!
Στό μάθημα τῆς ἠθικῆς. Κι᾿ αὐτό δύσκολο γιά τήν ἐποχή μας, γιατί δυστυχῶς οἱ περισσότεροι σήμερα ἀπό νέοι ζοῦν βίο ἄσωτο καί ἀνήθικο. Βαρύνονται  μέ ἠθικές παρεκτροπές καί πρό τοῦ γάμου καί μετά τόν γάμο. Καί μάλιστα προκαλοῦν καί καυχῶνται πού ποδοπατοῦν τό στεφάνι τους. Λίγοι εἶναι οἱ πιστοί στό γάμο τους, τά ἠθικά στοιχεῖα. Μέσα σ᾿ αὐτούς ἀνήκει καί ὁ φαρισαῖος. Ἦταν σώφρων καί ἄγαλμα τῆς ἠθικῆς. Νά ἕνα ἀκόμη ἄριστα. Τοῦ ἀξίζει ὁ δίκαιος ἒπαινος.
Στό θέμα τῆς νηστείας. Δύσκολο γιά τούς πολλούς, πού ἒχουν θεοποιήσει τήν γαστέρα τους. Λίγοι τηροῦν τίς νηστεῖες, ὃπως ὥρισε ἡ Ἐκκλησία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σάν πνευματική ἄσκηση. Ὁ φαρισαῖος νήστευε κανονικά, ὃπως ὣριζε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. «Νηστεύω δίς τοῦ Σαββάτου», ὁμολογεῖ. Νηστεύει δύο ἡμέρες τήν ἑβδομάδα. Ἔτσι παίρνει ἕνα ἀκόμη ἂριστα.
Στό μάθημα τῆς προσευχῆς. Βαρύ κι᾿ αὐτό καί δύσκολο. Ὧρες ὁλόκληρες νά συζητοῦμε μέ ἂλλους γιά χαζά καἰ ἀνούσια πράγματα, δέν λέμε νά σταματήσουμε. Ὃταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς καί πρόκειται νά συνομιλήσουμε μέ τόν Θεό, τότε μᾶς βρίσκουν ὃλα. Τότε εἴμαστε κουρασμένοι, τότε πονᾶμε, τότε ἔχουμε δουλειές καί δέν ἔχουμε χρόνο κ.ο.κ. Ἀκόμη καί μέσα στήν Ἐκκλησία,  τήν ὥρα τοῦ φρικτοῦ Μυστυρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας λίγοι προσεύχονται. Ὁ φαρισαῖος, μᾶς λέγει τό ἱ. Εὐαγγέλιο, «ἀνέβη εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι». Ἀκόμη ἕνα ἄριστα.
Στό μάθημα τῆς ἐλεημοσύνης. Οἱ περισσότεροι χριστιανοί πῆραν διαζύγιο ἀπό τήν ἐλεημοσύνη. Τούς ἀκοῦμε νά λένε: σήμερα δέν ὑπάρχουν φτωχοί.Ἤ κι᾿ ἐγώ εἶμαι φτωχός, κι᾿ ἐγώ ἔχω ἀνάγκη. Ἔτσι νομίζουν πώς δικαιολογοῦνται καί ἀπαλλάσονται τῆς εὐθύνης. Σχεδόν ὅλοι κοιτάζουν τί θά πάρουν καί ὂχι τί θά δώσουν. Ἐλάχιστοι ἔχουν τρύπια χέρια, πού προσφέρουν καί ἐλεοῦν. Ὁ φαρισαῖος ἔκαμνε τακτική καί γενναία ἐλεημοσύνη, ὅπως ζητοῦσε ὁ Θεός στήν Π. Διαθήκη. «Ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι». Ἀπό ὅ,τι ἔβγαζε ἔδινε τό ἕνα δέκατο. Ἀσφαλῶς τοῦ ἀξίζει ἄριστα. Σέ ὃλα τά μαθήματα τοῦ βάζουμε ἄριστα.
Ἀλλά ξαφνικά κάποιος ἐπεμβαίνει καί τά ἀνατρέπει ὃλα. Ἀλλάζει τήν βαθμολογία, τήν κατεβάζει ἐπικίνδυνα. Καί αὐτός εἶναι ὁ Μέγας Διδάσκαλος καί Παιδαγωγός, ὁ Καθηγητής, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ἀλάθητος καί ἀδέκαστος Κριτής, πού ἐξετάζει σέ βάθος. Εἶναι «ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς καί τά κρύφια τῶν ἀνθρώπων σαφῶς ἐπιστάμενος».  Τί βαθμό ἔβαλε; Ὂχι ἄριστα, ὂχι τήν βάση ἢ κάτω ἀπό τήν βάση, μά κάτω ἀπό τό μηδέν. Τρομάζουμε μέ τό ἀποτέλεσμα. Ἄν ἕνας μέ τόσες ἀρετές δέν σώθηκε, τότε ποιός θά σωθεῖ; τί θά γίνει με μᾶς, ἀδελφοί μου; Γιατί ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ φαρισαῖος καταδικάσθηκε ἀπό τόν Χριστό;
Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: Ὑπάρχει ἕνα θηρίο, ἓνα τέρας, πού δέν τρώγει, δέν καταβροχθίζει ἀνθρώπους, ἀλλά ἀρετές. Καί τό θηρίο αὐτό λέγεται κενοδοξία,  λέγεται ἐγωϊσμός καί ὑπερηφάνεια.  Ὃ,τι καλό κάνουμε, τό κατατρώγει ἡ κενοδοξία καί ἔτσι δέν φέρνει καρπούς καί ἀποτελέσματα. Ἡ ἀρετή μας, τά καλά μας ἔργα πρέπει νά ἀποβλέπουν στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί ὂχι στήν δική μας δόξα. Ἡ ἀρετή μας ἀποσκοπεῖ στόν ἔπαινο καί στό χειροκρότημα ἀπό  τόν Θεό καί τούς Ἀγγέλους, ὄχι στό χειροκρότημα τοῦ κόσμου. Κίνητρο τῶν πράξεών μας εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὂχι ἡ κενοδοξία, ἡ ἀνθρωπαρέσκεια.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
ὁ φαρισαῖος μέ τόσες ἀρετές καταδικάσθηκε, χάθηκε.Τί θά γίνει μέ μᾶς πού καί κενοδοξία ἔχουμε καί ἀρετές δέν ἔχουμε; Ὁ φαρισαῖος εἶχε πολλές ἀρετές. Μία δέν εἶχε τήν ταπείνωση, γι᾿ αὐτό καί χάθηκε. Ἀντίθετα ὁ τελώνης εἶχε ἁμαρτίες, μά σώθηκε. Γιατί; Γιατί εἶχε ταπείνωση. Ὁ δρόμος πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν σωτηρία εἶναι ἡ ταπείνωσις. Ἐμεῖς μέ ταπείνωση ἄς ἐπιτελοῦμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τόν φαρισαῖο ἄς πάρουμε τίς ἀρετές. Ἀπό τόν τελώνη τήν ταπείνωση. Ἔτσι θά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίου δόξης στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.-

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Ἅγιος Φιλούμενος, ὁ νέος Ἱερομάρτυς.



Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ἀγαπητοί μου,  γράφει μέσα στό Νέο Μαρτυρολόγιο. Εὐχαριστοῦμε τόν Θεό, γιατί καί στίς ἡμέρες μας εἴδαμε νέους ἁγίους. Τούς εἴδαμε  νά ἀδιαφοροῦν γιά τήν ζωή τους καί νά τήν προσφέρουν στόν Θεό, πού τήν ἔδωσε. Νά τήν θυσιάζουν γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο εἰς τέλος ἀγάπησαν.
Ἕνας τέτοιος ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας εἶναι ὁ ἅγιος Φιλούμενος, ὁ νέος Ἱερομάρτυς, τόν ὁποῖο κατακρεούργησαν φανατικοί Ἑβραῖοι στό φρέαρ τῆς Σαμαρείτιδος, ὅπου ἦταν φύλακας καί ἡγούμενος.
 Τά ἴδια περίπου μέ τόν ἅγιο Νικόδημο γράφει καί ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος γιά τόν ἅγιο Φιλούμενο σέ βιβλίο πού ἐξέδωκε μέ τόν βίο καί τήν ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Φιλουμένου."Τό μαρτύριο τοῦ Νέου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου καταδεικνύει τό ἀμετάβλητον τῆς κλήσεως τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τούς αἰῶνες. Σέ καιρούς ὀλιγοπιστίας, ἀμφιβολίας, ἀναστατώσεων ὁ ταπεινός Φιλούμενος κράτησε ἀκλόνητη, σ᾿ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή του, τήν βεβαιότητα τῆς πίστεως, θέτοντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πάνω κι᾿ ἀπό  τήν ἴδια τήν ζωή του. Ἔτσι, μέ τόν θάνατό του χαρίζει σέ ὅλους περίσσειαν ζωῆς".
Μέ αὐτόν τόν ἅγιο θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα. Μέ ὁρισμένα σημεῖα τῆς ζωῆς καί τοῦ μαρτυρίου του καί θά προσπαθήσουμε νά βγάλουμε συμπεράσματα καί διδάγματα χρήσιμα γιά τήν ζωή μας.
Ἐπικαλοῦμαι λοιπόν τήν βοήθεια καί τίς εὐχές τοῦ ἁγίου, γιά νά μπορέσω νά μιλήσω τά πρέποντα, ὥστε ὅλοι μας στό τέλος τῆς ὁμιλίας νά φύγουμε ὠφελημένοι καί εὐεργετημένοι, φορτωμένοι μέ τίς εὐλογίες τοῦ ἁγίου.
Ὁ ἅγιος Φιλούμενος, κατά κόσμον Σοφοκλῆς Ὀρουντιώτης, γεννήθηκε καί μεγάλωσε στήν μαρτυρική καί ἁγιοτόκο Κύπρο καί μάλιστα στή Λευκωσία, στίς 15 Ὀκτωβρίου  τοῦ 1913. Οἱ γονεῖς του καταγόταν ἀπό ἕνα χωριό, τήν Ὀρούντα, γι᾿ αὐτό καί πῆραν τό ἐπίθετο Ὀρουντιώτης. Γεώργιος ὁ πατέρας του, Μαγδαληνή ἡ μητέρα του.
Ὁ πατέρας του ἦταν εὔσωμος καί ἐπιβλητικός. Ἔχαιρε μεγάλης ἐκτιμήσεως ἀπό ὅλους, λόγῳ τῆς τιμιότητας καί εὐθύτητας τοῦ χαρακτήρα του. Μέσα σέ ὅλη τήν οἰκογένειά τους κυριαρχοῦσε ἡ γνήσια εὐλάβεια, πού διέκρινε τούς παλαιούς Κυπρίους, ὁ τακτικός ἐκκλησιασμός, ἡ νηστεία, ἡ φιλοξενία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ἐν ἱλαρότητι  ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου. Χαρακτηριστικά ἀναφέρεται γιά τούς μεγαλύτερους μέσα στήν οἰκογένεια, ὅτι τά ροῦχα τῆς ταφῆς τους ἦταν ἕτοιμα καί τά φύλαγαν κάτω ἀπό τό μαξιλάρι τους.
Τά πιό πάνω εἶναι ἀρετές εὐλογημένες, πολύ σπάνιες στόν καιρό μας. Σχεδόν δέν τίς συναντοῦμε σήμερα, τίς ἔχουμε ἐγκαταλείψει καί ἀπορρίψει. Ὅσο γιά τό τελευταῖο (τά ροῦχα γιά τήν ταφή), δέν θέλουμε οὔτε νά τά βλέπουμε, οὔτε νά τά σκεπτώμαστε. Καί ὅμως εἶναι τό πιό βέβαιο. Πολλά δέν θά μπορέσουμε νά τά βάλουμε ποτέ ἐπάνω μας. Τά ροῦχα τῆς ταφῆς ὅμως θά τά βάλουμε ὅλοι μας. Κάποιοι κάποτε θά μᾶς τά φορέσουν. Δέν εἶναι καθόλου κακό νά τό σκεπτώμαστε καί νά ἑτοιμαζώμαστε, γιατί αὐτή ἡ ὥρα ἔρχεται ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος.
Οἱ γονεῖς τοῦ ἁγίου ἦταν πολύ στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους μέ ἱερά τά δεσμά τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἀπέκτησαν δέκα τρία παιδιά, τρία ἀπό τά ὁποῖα, δύο ἀγόρια καί ἕνα κορίτσι, πέθαναν σέ νηπιακή ἡλικία. Ὁ πατέρας εὐχόταν, παρακαλοῦσε τόν Θεό καί τό ἔλεγε καί στούς δικούς του, νά τόν ἀξιώσει ὁ Θεός νά πεθάνει τήν ἴδια μέρα μαζί μέ τήν γυναίκα του. Ὁ Θεός τόν ἄκουσε, δέν τοῦ χάλασε τό χατήρι. Τά ξημερώματα τῆς 15ης Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1964 ἡ Μαγδαληνή ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ καί στίς 3 τό ἀπόγευμα ἔγινε ἡ κηδεία της. Μετά μία ὥρα πέθανε καί ὁ Γεώργιος, προφέροντας γιά τελευταία φορά τό ὄνομα τῆς γυναίκας του. "Ποῦ εἶσαι, Μαγδαληνή μου; " καί ἔτσι τελείωσε! 
Πηγή τοῦ γνήσιου θρησκευτικοῦ ἤθους, τῆς σωστῆς, ἐνάρετης χριστιανικῆς ζωῆς τῆς οἰκογένειας Ὀρουντιώτη ἦταν γιαγιά Ἀλεξάνδρα. Αὐτή ἔβαλε τής στερεές βάσεις καί τίς καλές προϋποθέσεις γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή τῶν παιδιῶν της καί τῶν ἐγγονῶν της.
Ἡ γιαγιά Λωξάνδρα ἔγινε τό ζωντανό, ἁπλοϊκό, ἀλλά καί ὁλόφωτο παράδειγμα σέ ὅλους. Τήν ἔβλεπαν νά προσεύχεται, νά νηστεύει, νά ἐκκλησιάζεται, νά "μετανοιάζει", δηλαδή νά κάνει τίς μετάνοιές της καί ἔτσι ἔμαθαν, διδάχθηκαν ἐμπειρικά τά πνευματικά τους γυμνάσματα, τόν χριστιανικό τρόπο ζωῆς. Ἡ γιαγιά ἔγινε κατά κάποιο τρόπο "Γερόντισσα" καί τά ἐγγόνια της οἱ "ὑποτακτικοί" της. Σέ μεγάλο βαθμό ἐφάρμοζαν στό σπίτι τους τό μοναχικό τυπικό τῆς προσευχῆς καί τῆς ἄσκησης.
Σιγά-σιγά ἄρχισαν νά διαβάζουν κάθε βράδυ τήν Ἁγία Γραφή καί τά συναξάρια. Ἡ ἴδια της δέν ἔξερε γράμματα. Ἀγόραζε ὅμως βιβλία μέ βίους Ἁγίων καί τά ἔδινε στά ἐγγόνια της νά διαβάζουν μέ τήν σειρά ἀπό ἕνα κομμάτι. Αὐτή ἡ μελέτη τούς ὁδήγησε ὅλους σέ περισσότερη προσευχή καί χωρίς πολύ κόπο πιό κοντά στό Θεό. Κάθε βράδυ ἡ γιαγιά ἄναβε τό καντήλι της μπροστά στό εἰκονοστάσι, θύμιαζε, προσκυνοῦσαν ὅλοι τίς εἰκόνες καί μετά τήν προσευχή, πήγαιναν γιά ὕπνο. Ὅταν τά παιδιά μεγάλωσαν ἀκόμη περισσότερο, μπῆκε στό τυπικό τους καί ἡ προσωπική  προσευχή στό δωμάτιό τους. Φρόντιζε μάλιστα νά τά προετοιμάζει πάντοτε μέ τόν καλύτερο τρόπο γιά τήν συμμετοχή τους στή θεία Λειτουργία καί πρό πάντων στή θεία Κοινωνία.
Ἔτσι ἦταν ἡ ἁγία Μακρίνα, ἡ γιαγιά τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἡ γιαγιά τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.
Βλέπουμε πόσα πολλά μπορεῖ νά κάνει τό σπίτι καί κυρίως πόσα μπορεῖ νά προσφέρει ἡ μητέρα καί ἡ γιαγιά. Ὅταν βέβαια ἀσχολοῦνται μέ τά παιδιά τους, μέ τήν οἰκογένειά τους καί ὄχι μόνο μέ τήν τηλεόραση ἤ ἀποκλειστικά  μέ τά λοῦσα καί τήν ἐξωτερική τους ἐμφάνιση. Τό ἴδιο ἔγραφε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν μαθητή του Τιμόθεο. Γνώριζε τά ἱερά γράμματα ἀπό πολύ μικρός. Εἶχε δασκάλες δύο εὐλαβεῖς καί ἅγιες γυναῖκες, τήν μητέρα του  Εὐνίκη καί τήν γιαγιά του Λωΐδα.
Ἀπό ὅλα τά παιδιά ξεχώριζαν δύο, ὁ Σοφοκλῆς (Ἅγιος Φιλούμενος) καί ὁ Ἀλέξανδρος (πατήρ Ἐλπίδιος), πού ἦσαν δίδυμοι. Ὁ π. Ἐλπίδιος ἦταν πιό δυναμικός, ἐνῷ ὁ π. Φιλούμενος πιό ἥσυχος σάν τήν μητέρα του, τοῦ ἔκανε πάντοτε ὑπακοή καί ἦταν ὑπηρέτης ὅλων. Ποτέ δέν ἀντίλεγε στόν ἀδελφό του. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν πάντοτε, "ἐν τάξει ἀδελφέ, ἐν τάξει ἀδελφέ".
Ἐδῶ ἀφήνουμε ὅλους τούς ἄλλους καί θά ἀσχοληθοῦμε μόνο μέ τόν Σοφοκλῆ-Φιλούμενο καί ἀναγκαστικά λίγο καί μέ τόν Ἀλέξανδρο-Ἐλπίδιο, ἀφοῦ σάν δίδυμοι ἦταν πάντοτε μαζί καί εἶχαν πολλά κοινά σημεῖα στή ζωή τους.
Τά παιδιά ἦταν πολλά καί τό σπίτι δέν τούς χωροῦσε, γι᾿ αὐτό κοιμώντουσαν ἀνά δύο ἤ ἀκόμη καί τρεῖς. Οἱ δίδυμοι στό δωμάτιό τους εἶχαν ἕναν ἀκόμη ἀδελφό μεγαλύτερό τους. Ἡ κοινή προσευχή πού ἔκαμναν δέν τούς ἱκανοποιοῦσε, δέν χόρταιναν.  Ἔτσι περίμεναν νά κοιμηθεῖ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός καί ἐκεῖνοι σηκώνονταν γιά νά συνεχίσουν τήν προσευχή τους, πού κάποτε διαρκοῦσε καί δύο ὧρες.
Ὅταν τελείωσαν τό δημοτικό σχολεῖο, ὁ πατέρας τους τούς ἔστειλε νά ἐργασθοῦν ὡς μαθητευόμενοι τόν μέν Σοφοκλῆ σ᾿ ἕνα ράφτη, τόν δέ Ἀλέξανδρο σ᾿ ἕναν σιδηρουργό. Ἡ δίψα ὅμως γιά τόν Θεό ὁλοένα καί αὐξανόταν, γινόταν ἀκόρεστη. Δέν μποροῦσαν νά ἀναπαυθοῦν στόν κόσμο. Ἄρχισαν νά σκέπτονται νά φύγουν σέ Μοναστήρι καί μάλιστα στό Σταυροβούνι.
Τό καλοκαίρι τοῦ 1927 πῆραν τήν τελική τους ἀπόφαση. Ἦταν τότε μόλις 14 ἐτῶν. Δέν θέλησαν νά φύγουν ἀπό μόνοι τους. Σάν τέκνα ὑπακοῆς πῆραν τήν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους πατέρα, τοῦ παπα-Νεόφυτου, καί κρυφά ἀπό τήν οἰκογένειά τους μέ τά πόδια ἔφυγαν γιά τό Μοναστήρι. Ὅταν τό ἔμαθαν οἱ γονεῖς τους, πῆγαν νά τούς βροῦν κι᾿ ἐκεῖνοι ἔπεσαν στά γόνατα παρακαλώντας νά μή τούς πάρουν, ἀλλά νά τούς δώσουν τήν εὐχή τους. Εἶχαν πεῖ τά παιδιά στόν πατέρα τους, ὅτι κι᾿ ἄν ἀκόμη μᾶς πάρεις μέ τό ζόρι, ἐμεῖς πάλι θά φύγουμε. Τότε τούς ἄφησαν στό Μοναστήρι.
Ἐκεῖ ἔμειναν κάτι παραπάνω ἀπό πέντε χρόνια. Σέ κάποια ἀκολουθία τῆς Μονῆς παραβρέθηκε ὁ ἔξαρχος τοῦ Παναγίου Τάφου, π. Παλλάδιος, ὁ ὁποῖος πρόσεξε τά δύο καλογεράκια. Ζήτησε ἀπό τόν ἡγούμενο νά τά πάρει μαζί του στά Ἱεροσόλυμα καί νά φοιτήσουν στήν Πατριαρχική Σχολή τῆς Σιών. Ρωτήθηκαν καί οἱ γονεῖς τους, καί ἀφοῦ δέν εἶχαν κι᾿ ἐκεῖνοι ἀντίρρηση, βρέθηκαν καί οἱ δυό τους στά Ἱεροσόλυμα, στήν Ἁγία Γῆ, ἐκεῖ ὅπου ὁ Κύριος τούς κάλεσε.
Ἕνας φίλος καί συμμαθητής τους ἔλεγε γιά τόν π. Φιλούμενο: "Εἶχε κάτι στή συμπεριφορά του, στόν τρόπο πού μιλοῦσε, πού σ᾿ ἔκανε νά τόν συμπαθεῖς. Μιλοῦσε μ᾿ ἕνα χαμόγελο. Ἦταν γλυκύς ἄνθρωπος,  ἄκακος καί δέν θύμωνε ποτέ. Πάντοτε συγχωροῦσε...Μπορούσαμε νά γελάσουμε, νά τοῦ κάνουμε φάρσες, μά δέν θύμωνε ποτέ. Ἦταν ἁπλός καί καλοκάγαθος, ἀλλά κυρίως ταπεινός. Δέν εἶχε φιλοδοξίες καί δέν τοῦ ἔρεσε νά φαίνεται στή Σχολή. Ἀφοῦ ἀκόμη καί στίς φωτογραφίες, πού βγάζαμε καμιά φορά στίς ἐκδρομές πού πηγαίναμε, φρόντιζε νά λείπει ἤ, ἄν ἦταν παρών, κρυβόταν πίσω ἀπό τόν ἀδελφό του, τόν Ἐλπίδιο".
Φτωχαδάκια, ὅταν σπούδαζαν, δέν εἶχαν τόν χειμώνα χοντρά ροῦχα, οὔτε παλτώ νά βάλουν, γι᾿ αὐτό φοροῦσαν ἀπό πάνω μόνο τό ράσο τους, ἀλλά πάντοτε κρύωναν. Ἔτσι ἔβαζαν κάτω ἀπό τήν φανέλλα τους ἐφημερίδες, γιά νά ζεσταίνωνται.
Τό ἔτος 1937 τά δύο ἀδέλφια ἐκάρησαν μοναχοί ἀπό τόν τότε πατριάρχη Τιμόθεο καί ὁ μέν Σοφοκλῆς ὀνομάσθηκε Φιλούμενος, ὁ δέ Ἀλέξανδρος Ἐλπίδιος. Ἔτσι ἐντάχθηκαν κανονικά καί ἐπίσημα πλέον στήν Ἀγιοταφική Ἀδελφότητα.
Ὁ π. Ἐλπίδιος ἱερεύς πλέον τό 1947 πῆγε στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας, γιά νά προσφέρει ἐκεῖ τίς ὑπηρεσίες του. Ὁ π. Φιλούμενος παρέμεινε στά Ἱεροσόλυμα, ὑπηρετώντας ταπεινά ἐπί σαράντα πέντε συνεχῆ ἔτη, μέχρι τό μαρτυρικό του τέλος.
Πῆγε στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα καί συνεδέθη πνευματικά μέ τούς Ἁγιοσαββαΐτες Πατέρες. Κατόπιν ἀνέλαβε διάφορα καθήκοντα μέσα στά Γραφεῖα τοῦ Πατριαρχείου. Λίγο ἀργότερα, ὡς ἀρχιμανδρίτης, διορίσθηκε ἡγούμενος στήν Τιβεριάδα, στήν Ἱερά Μονή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Τόν Μάρτιο τοῦ 1953 μετετέθη στήν Ἰόππη. Ἀργότερα διετέλεσε διευθυντής τοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς στά Ἱεροσόλυμα καί τυπικάρης στόν Πατριαρχικό Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης. Γιά τρία χρόνια ὑπηρέτησε στήν Ἱερά Μονή τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στή Ραμάλλα.
Ἄς ἀναφέρουμε κάποια περιστατικά ἀπό τήν ζωή αὐτῶν τῶν ἐτῶν.  Ἦταν πολύ φιλακόλουθος. Ἐπέμενε πολύ στήν ἀκριβή τέλεση τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Ἄν κάποιος ψάλτης ἤ ἀναγνώστης ἤθελε νά παραλείψει κάτι, ἐκεῖνος τούς ἐπέπληττε. Εἶχε στό κελλί του ὅλα τά ἐκκλησιαστικά βιβλία καί ὅσες ἀκολουθίες δέν μποροῦσαν νά τίς διαβάσουν στήν ἐκκλησία, ὁ π. Φιλούμενος τίς διάβαζε στό δωμάτιό του.
Ἐπέμενε πολύ στό θέμα τῆς προσευχῆς. Συμβούλευε κάθε βράδυ νά διαβάζουν τό Ἀπόδειπνο καί τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Δέν ἤθελε ποτέ νά τά παραλείπουν οὔτε καί ὅταν ἦταν κουρασμένοι ἤ ἄρρωστοι. Νά τά λένε ἔστω καθιστοί ἤ ἀκόμη καί στό κρεββάτι.
Πόσο ὠφέλιμα καί διδακτικά εἶναι τά λόγια του γιά μᾶς, πού μέ πολλή μεγάλη εὐκολία παραλείπουμε τήν προσευχή μας! Ἔτσι ὅμως διακόπτουμε τίς σχέσεις μας μέ τόν Θεό καί καταδικάζουμε τούς ἑαυτούς μας. Στερούμεθα τίς εὐλογίες καί τά δῶρα του.
Ἀγαποῦσε πολύ τούς ἐνορίτες, ὅπου καί ἄν ὑπηρέτησε. Γι᾿ αὐτό ὅλοι τόν ἀγαποῦσαν καί τόν σεβόντουσαν. Ἀγαποῦσε τούς Ἁγιοταφῖτες Πατέρες καί ἰδιαίτερα τούς μικρότερους, τούς ὁποίους προστάτευε καί ἐνίσχυε μέ κάθε τρόπο. Τούς μάζευε στόν ἴσκιο κάποιου δέντρου καί τούς ἔδινε διάφορες συμβουλές. Ἐδιηγεῖτο βίους Ἁγίων καί ἀργότερα τούς ἔκαμνε ἐρωτήσεις, γιά νά διαπιστώσει ἄν τά θυμοῦνται.
Ἦταν ἀκούραστος, πρόθυμος στή φιλοξενία. Ἔτρεχε νά δεῖ καί νά ἐξυπηρετήσει ὅλους τούς προσκυνητές, πού πήγαιναν στά διάφορα προσκυνήματα, ὅπου ὁ ἴδιος ὑπηρέτησε. Ἐμεῖς σήμερα κλείσαμε τήν πόρτα τοῦ σπιτοῦ μας, ἀρνηθήκαμε τήν φιλοξενεία καί τό μόνο πού κατορθώσαμε εἶναι νά κλείσουμε ἔξω ἀπό τό σπίτι μας τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, κάποιοι πού εἶχαν περί πολλοῦ τήν φιλοξενία, ἀξιώθηκαν νά φιλοξενήσουν ἀκόμη καί ἀγγέλους. Ἐδῶ ἐννοεῖ τόν Ἀβραάμ, πού φιλοξένησε τήν Ἁγία Τριάδα στήν δρῦν τοῦ Μαμβρῆ.
Ἕνας φίλος του ἀναφέρει, ὅτι ὁ π. Φιλούμενος δέν ἦταν καθόλου φιλόδοξος. Μποροῦσε νά σπουδάσει, νά γίνει Ἐπίσκοπος, ἀλλά δέν τό ἤθελε. Δέν εἶχε ἀπαιτήσεις νά ἀνεβεῖ ψηλά. Τόν ἐνδιέφεραν οἱ ἀξίες καί ὄχι τά ἀξιώματα. Κάποια ἀδελφή του τοῦ εἶπε νά πάει στήν Ἀθήνα νά σπουδάσει, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τῆς τό ἔκοψε ἀμέσως. Ὄχι, τῆς εἶπε. Δέν μπορῶ νά μή ὑπακούσω στούς πατέρες. Αὐτή ἡ ἀπόλυτη ὑπακοή τόν χαρακτήριζε σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς διακονίας του. Πολύ λίγες φορές ἐγκατέλειψε τόν τόπο τῆς διακονίας του. Στά 45 χρόνια πού ἦταν στά Ἱεροσόλυμα μόνο 2 ἤ 3 φορές πῆγε στήν Κύπρο, στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του.
Στό θέμα τῆς νηστείας ἦταν πάρα πολύ αὐστηρός. Συνήθως ἔτρωγε ἐλάχιστα, χωρίς νά ἔχει ἀπαιτήσεις γιά τό εἶδος τοῦ φαγητοῦ. Πολύ συχνά ἔλεγε: Νά χαίρεσαι, πού νηστεύεις. Ἡ νηστεία πάντα τόν χρόνον ὠφέλιμός ἐστι. Ἐνῷ ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τόν ἑαυτό του, μέ τούς ἄλλους ἦταν ἐπιεικής καί συγκαταβατικός. Τόσο βέβαια πού ἡ ἐπιείκειά του νά μή βλάπτει πνευματικά, ἀλλά νά ὠφελεῖ.
Ἀγωνιζόταν νά ζεῖ πνευματικά, ἀθόρυβα ὅμως καί ταπεινά καί ἐπιμελῶς φρόντιζε, ὥστε οἱ πνευματικοί του ἀγῶνες νά μένουν ἀφανεῖς καί ἄγνωστοι στούς ἀνθρώπους γύρω του. Παρ᾿ ὅλα αὐτά, ὅσοι τόν γνώριζαν, τόν εὐλαβόντουσαν πολύ. Ἀναγνώριζαν τήν ἁγιότητά του. Ἔλεγε ὁ Μητροπολίτης Σκυθουπόλεως, ὅτι ἦταν ἕνας καθ᾿ ὅλα σωστός μοναχός.
Τελευταῖος διορισμός του ἀπό τό Πατριαρχεῖο ἦταν στή Σαμάρεια, στό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ ἤ ἀλλιῶς τῆς Σαμαρείτιδος, στίς 8 Μαΐου  τοῦ 1979. Στό προσκύνημα αὐτό ὁ π. Φιλούμενος εἶχε νά ἀντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες. Κάθε Παρασκευή ἀρκετοί φανατικοί Ἑβραῖοι πήγαιναν νά προσευχηθοῦν στό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ καί τοῦ ἔλεγαν νά μαζέψει τίς εἰκόνες καί τόν Ἐσταυρωμένο καί νά φύγει ἀπό ἐκεῖ, διότι τό πηγάδι τούς ἀνήκει. Διαφορετικά θά τό μετανοιώσει πικρά. Ἀπειλοῦσαν, ὅτι θά τόν σκοτώσουν. Αὐτός ὅμως ἤξερε τά ἑβραϊκά καί τούς ἀποστόμωνε. Τούς ἐξηγοῦσε, ὅτι ἡ παρουσία τῶν χριστιανῶν ἐκεῖ εἶχε ἱστορία δύο χιλιάδων ἐτῶν, ἐνῷ τῶν Ἑβραίων ἐλαχίστων δεκαετιῶν.
Ἔλεγε σέ κάποιον Μητροπολίτη: Τί νά κάνω, Γέροντα; Ἀπειλοῦν, ὅτι θά μέ σκοτώσουν. Ἄς μέ σκοτώσουν. Τί νά κάνω ἄλλο; Ἕνα μαρτύριο θά μέ σώσει. Παρά τίς ἀπειλές, πού δεχόταν, πῆρε τήν ἀπόφαση νά μείνει ἐκεῖ. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς θυσίας καί τοῦ καθήκοντος, εἶπε ὁ π. Εὐδόκιμος, σημερινός ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα.
Τό ἀπόγευμα τῆς 29ης Νοεμβρίου 1979, μέρα πού ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Φιλουμένου,(δηλαδή μέρα τῆς γιορτῆς του), φανατικοί Ἑβραῖοι μπῆκαν στό χῶρο τοῦ φρέατος.  Ἦταν μέρα βροχερή, 5 τό ἀπόγευμα καί ὁ π. Φιλούμενος τελοῦσε τόν Ἑσπερινό. Τοῦ ἐπιτέθηκαν μέ τσεκούρι καί ἀφοῦ τόν κακοποίησαν ἄσχημα, τόν σκότωσαν. Τόν χτύπησαν στό πρόσωπο, πάνω στό κρανίο   σέ σχῆμα σταυροῦ. Τοῦ ἔκοψαν τά τρία δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ, μ᾿ ἐκεῖνα πού κάνουμε τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ. Τόν χτύπησαν στά μάτια, στή σιαγόνα καί στά πόδια. Ἐν ὅλω 36 τσεκουριές. Τοῦ ἔκαναν καί ἄλλα πολλά. Στή συνέχεια βεβύλωσαν τήν ἐκκλησία, τόν  σταυρό τοῦ Ἱεροῦ, ἔσπασαν τόν Ἐσταυρωμένο καί τό ἅγιο Ἀρτοφόρειο. Φεύγοντας ἔρριξαν καί μία χειροβομβίδα, καταστρέφοντας τόν χῶρο σχεδόν ὁλοσχερῶς.
Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ ἦρθε ὁ φύλακας. Γυρεύει τόν π. Φιλούμενο, ἀλλά δέν τόν βρῆκε πουθενά.  Φώναξε ἀρκετές φορές χωρίς νά πάρει ἀπάντηση. Κάποια στιγμή μπῆκε στήν ἐκκλησία. Τόν βρῆκε ἐκεῖ νεκρό μέσα σέ μία λίμνη αἵματος. Εἰδοποίησε ἀμέσως τήν ἀστυνομία καί ἐκείνη μέ τήν σειρά της ἐνημέρωσε τό Πατριαρχεῖο.
Τό Πατριαρχεῖο ἔστειλε δύο Μητροπολίτες μαζί καί ἄλλους πατέρες, γιά νά δοῦν τήν κατάσταση. Τό θέαμα πού ἀντίκρυσαν ἦταν τραγικό. Ὅλα κατεστραμμένα...
Τό σκήνωμα τοῦ π. Φιλουμένου τό πῆραν οἱ ἑβραϊκές Ἀρχές καί τό πῆγαν στό Τέλ Ἀβίβ γιά νεκροψία. Μετά πέντε ἡμέρες εἰδοποίησαν τούς  Ἁγιοταφῖτες πατέρες νά πᾶνε νά τόν πάρουν. Πῆγαν τέσσερις πατέρες. Ἕνας ἀπό αὐτούς ὁ π. Σωφρόνιος λέει: Πῆγα μέ ἄλλους τρεῖς. Μᾶς τόν ἔδωσαν ἐντελῶς γυμνό. Εὐτυχῶς εἴχαμε πάρει ὅλα τά χρειαζούμενα, γιά νά τόν ντύσουμε. Ἀλλά δέν φαντάζεστε τήν ἔκπληξή μας, ὅταν μᾶς τόν παρέδωσαν κομματιασμένο. Τό πρόσωπό του ἀγνώριστο, φέρον τά στίγματα τοῦ μαρτυρίου".
Μέ θλίψη οἱ πατέρες παρέλαβαν τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου, γιά νά τό ἑτοιμάσουν γιά τήν ταφή. Τότε βρέθηκαν μπροστά σ᾿ ἕνα ἄλλο θαυμαστό γεγονός. Τό σῶμα ἦταν μαλακό καί εὐλύγιστο. Δέν εἶχε τήν νεκρική ἀκαμψία. Οἱ ἄλλοι πατέρες δέν ἄντεχαν νά βλέπουν τό κακοποιημένο σῶμα καί ἀπομακρύνθηκαν. Ἔμεινε μόνος ὁ π. Σωφρόνιος. Μόνος εἶναι πολύ δύσκολο νά ντύσεις ἕναν νεκρό καί μάλιστα σέ τέτοια κατάσταση.
Ὁ π. Σωφρόνιος μίλησε στό νεκρό σάν νά ἦταν ζωντανός. Γέροντα, ὅπως βλέπεις, εἶμαι μόνος καί δέν μπορῶ νά σέ ντύσω. Τώρα θά μέ βοηθήσεις ἐσύ. Ὅταν τοῦ ἔβαλε τήν φανέλλα, τό χέρι κατέβηκε μόνο του καί κανονικά σάν νά ἦταν ζωντανό. Τοῦ μάζευε τά πόδια, γιά νά τοῦ βάλει τά ροῦχα καί ὁ νεκρός κατόπιν τά ἅπλωνε μόνος του! 
Στήν κηδεία του πλῆθος κόσμου μαζεύτηκε, ὄχι μόνο χριστιανοί, ἀλλά καί ἑτερόδοξοι, μουσουλμᾶνοι καί χοτζάδες ἀκόμη. Ὅλοι ἦρθαν νά τοῦ δώσουν τόν τελευταῖο ἀσπασμό. Ὅλοι τόν ἔκλαψαν, γιατί ἦταν ἕνας καλός καί ἅγιος ἱερομόναχος. 
Τό Πατριαρχεῖο εἰδοποίησε τούς συγγενεῖς του νά πᾶνε στήν κηδεία, ὅπως πράγματι ἀρκετοί μπόρεσαν νά πᾶνε. Ὁ π. Ἐλπίδιος τόν καιρό ἐκεῖνο ζοῦσε στήν Νέα Σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνας ἀνεψιός του (γνωστός μου) τόν εἰδοποίησε σχετικά μέ τήν κηδεία, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δέν προλάβαινε νά πάει ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος. Πήγαινε, τοῦ εἶπε καί στήν ἐπιστροφή μοῦ λές τί ἔγινε.
Πράγματι μετά τήν κηδεία καί τήν ἐπιστροφή του στήν Ἀθήνα ξαναπῆρε στό τηλέφωνο τόν π. Ἐλπίδιο, στόν ὁποῖο εἶπε λίγα πράγματα γιά  τήν δολοφονία καί τήν κηδεία τοῦ π. Φιλουμένου. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, δέν μοῦ τά λές καλά. Μοῦ κρύβεις κάποια πράγματα. Τήν ὥρα πού τόν βασάνιζαν καί τόν ἔκοβαν, ἐγώ ἄκουγα τήν φωνή του. Ἀδελφέ, μέ σκοτώνουν πρός δόξαν Θεοῦ, μοῦ φώναζε. Σέ παρακαλῶ, μή ἀγανακτήσεις. Ὁ π. Ἐλπίδιος ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος ἄκουε καί ἤξερε τί γινόταν στόν ἀδελφό του καί τί τραβοῦσε τήν ὥρα τοῦ μαρτυρίου του. Τούς ἴδιους πόνους αἰσθανόταν καί αὐτός. Κάνε κουράγιο, τοῦ ἀπαντοῦσε.
Εἶχαν κάποια ἰδιαίτερη σχέση τά δύο ἀδέλφια ἀπό παλιά. Ὅταν πονοῦσε ὁ ἕνας, πονοῦσε καί ὁ ἄλλος. Ὅταν ἦταν στενοχωρημένος ὁ ἕνας, ἦταν καί ὁ ἄλλος. Ὅταν ἦταν χαρούμενος ὁ ἕνας, τό ἴδιο ἦταν καί ὁ ἄλλος.
Κάποτε μάλιστα, ὅταν σπούδαζαν στήν Πατριαρχική Σχολή τῆς Σιών, τούς ἔβαλαν σέ δύο διαφορετικές αἴθουσες καί τούς ἔδωσαν νά γράψουν μία ἔκθεση μέ τό ἴδιο θέμα.  Ἔγραψαν καί οἱ δύο ἀκριβῶς τά ἴδια πράγματα, σάν νά εἶχαν καρμπόν ἀπό κάτω, μέ τά ἴδια ὀρθογραφικά λάθη.
Τέσσαρα χρόνια μετά τήν ταφή ἀνέσκαψαν τόν τάφο, γιά νά βγάλουν    τά ἱερά λείψανά του. Μία οὐράνια εὐωδία ἄρχισε νά ἀναδύεται, πού ὅσο πήγαινε γινόταν πιό ἔντονη. Τό σῶμα ἦταν ἄφθαρτο καί ἐξακουλουθοῦσε νά εἶναι εὐλύγιστο. Μποροῦσες νά τό σηκώσεις καί νά τό στήσεις ὄρθιο, θυμᾶται ὁ π. Μακάριος. Τά ροῦχα ἐπίσης μέ τά ὁποῖα τάφηκε ὁ ἅγιος, δέν εἶχαν λιώσει. Γιά κάποιους μῆνες εἶχαν τό ἅγιο λείψανο στήν Πατριαρχική Σχολή. Μετά ὅμως ἡ Ἱερά Σύνοδος τοῦ Πατριαρχείου ἀποφάσισε νά ξαναταφεῖ τό σῶμα τοῦ Ἁγίου.       
Στίς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 1985 ἔγινε ἡ δεύτερη ἐκταφή καί τοποθετήθηκε τό ἅγιο λείψανο καί πάλι στήν Σχολή τοῦ Πατριαρχείου. Σήμερα βρίσκεται στόν περικαλῆ Ναό τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος, πάνω ἀπό τό φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, ἐκεῖ ὅπου ἐμαρτύρησε ὁ Ἅγιος.
Παλιότερα ὑπῆρχαν ἑβραϊκά στρατιωτικά φυλάκια ἔξω ἀπό τήν Νεάπολη καί πολύ δύσκολα πήγαινε κάποιος στή Σαμάρεια. Ἀπό τότε ὅμως πού μετέφεραν ἐκεῖ τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου, ἄνοιξε ὁ δρόμος, καταργήθηκε τό φυλάκιο καί ἐλεύθερα πλέον ὅλοι πηγαίνουν στό φρέαρ, γιά νά προσκυνήσουν καί στό Ναό καί τό Ἱερό Λείψανο τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου. Εἶναι ἕνα θαῦμα καί μία εὐλογία, πού πρόσφερε ὁ Ἅγιος στό προσκύνημά του.
Κάποια θαύματα γιά νά τελειώσουμε. Στήν δεύτερη ἐκταφή ἀπουσίαζε ὁ π. Σωφρόνιος, στόν ὁποῖο ἀναφερθήκαμε προηγουμένως, γιατί δέν εἶχε εἰδοποιηθεῖ. Τό προηγούμενο βράδυ εἶδε σάν σέ ὄνειρο τόν ἅγιο Φιλούμενο νά τοῦ λέει: Ἐσύ Σωφρόνιε, δέν θά ἔρθεις αὔριο; Ἔτσι πληροφορήθηκε γιά τήν ἐκταφή.
Στήν πρώτη ἀγρυπνία, πού θά γινόταν πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου στήν Κύπρο, λέει ὁ Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος στήν ἀδελφή του Γαλάτεια, δέν θά ἔρθεις στήν ἀγρυπνία; Δέν μπορῶ, Σεβασμιώτατε. Ἔχω σοβαρά προβλήματα ὑγείας, μοῦ πονᾶνε καί τά πόδια...Στενοχωριόταν πού δέν θά μποροῦσε νά πάει στήν Ἐκκλησία. Εἶχε μία φωτογραφία τοῦ π. Φιλουμένου κορνιζομένη σ᾿ ἕνα τραπέζι κοντά της. Κάποια στιγμή βγαίνει ἀπό τήν φωτογραφία  καί τῆς λέει, νά ἔρθεις κι᾿ ἐγώ θά εἶμαι ἐκεῖ καί θά σέ βοηθήσω. Τότε ἀπεφάσισε νά πάει στήν ἀγρυπνία. Καί πραγματικά πέρασε ὅλες τίς ὧρες τῆς ἀγρυπνίας χωρίς νά ἔχει καμιά δυσκολία καί μάλιστα στεκόταν συνέχεια ὄρθια.
Ἀρκετά θαύματα ἔγιναν στήν περιοχή τῆς Ραμάλλα, ὅπου ὑπηρέτησε ὁ ἅγιος. Τό παιδί κάποιας γνωστῆς του οἰκογένειας ἦρθε στή Ἑλλάδα καί σπούδασε ὀδοντίατρος. Ἀργότερα ἀρρώστησε ἀπό καρκῖνο καί πῆγαν στήν Ἀμερική. Ἔκαναν θεία Λειτουργία στή Σιών, προσκύνησαν τό ἱερό Λείψανο καί παρεκάλεσαν τόν Ἅγιο νά βοηθήσει. Μετά τήν θεία Λειτουργία, ὅταν ξαναπῆγαν γιά ἐξέταση, τά ἀποτελέσματα ἦταν ὅλα πεντακάθαρα. Ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ γιατροί  ἀποροῦσαν, πῶς συνέβη αὐτό.
Στίς 28 Ὀκτωβρίου τοῦ 1985 ὁ Μητροπολίτης Παλλάδιος ἔπρεπε νά πάει νά τελέσει τήν δοξολογία σέ μία Ἐκκλησία. Τό προηγούμενο βράδυ λιποθύμησε μέσα στό δωμάτιό του καί ἔμεινε ἀναίσθητος μέχρι τίς δέκα τό πρωΐ. Ἐπειδή ἀργοῦσε νά φανεῖ, τόν ἀνεζήτησαν στό δωμάτιό του, ὅπου τόν βρῆκαν ἀναίσθητο, χωρίς νά μιλάει, χωρίς νά καταλαβαίνει τίποτε. Ὁ π. Σωφρόνιος, πού ἦταν παρών, εἶχε μαζί του ἕνα μικρό τεμμάχιο ἀπό τό λείψανο τοῦ ἁγίου Φιλουμένου. Σταύρωσε μέ αὐτό τόν σχεδόν πεθαμένο Δεσπότη κι᾿ ἐκεῖνος τήν ἴδια στιγμή συνῆλθε. Ἄνοιξε τά μάτια του, ἀνέπνευσε βαθειά καί σηκώθηκε.
Κατά τόν μακαριστό Γέροντα Σεραφείμ, ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα, «Ὁ π. Φιλούμενος ἦταν ἅγιος ἄνθρωπος. Ζοῦσε βιοτήν ὁσιακήν, ἀπό μικρός. Γι᾿ αὐτό τόν ἀξίωσε ὁ Θεός καί μαρτύρησε, δίνοντάς του μάλιστα μαζί μέ τήν ἀφθαρσία καί εὐωδία τοῦ σκήνους του καί τῶν ἰαμάτων τήν χάριν, ὡς ἄνωθεν ἐπισφράγιση τῆς ἔνταξής του ἐν σκηναῖς Ἁγίων».
Μετά τό μαρτυρικό τέλος τοῦ π. Φιλουμένου, τό Πατριαρχεῖο ἔστειλε ἄλλους πατέρες στό προσκύνημα. Τό 1982 σέ μιά νέα ἐπίθεση  τραυματίσθηκε ἡ μοναχή Φιλοθέη, πού διακονοῦσε ἐκεῖ. Μετά τό ἐπισόδιο αὐτό ἔκλεισε τό προσκύνημα καί παρέμεινε χωρίς ἡγούμενο, γιατί κανείς δέν ἤθελε νά ἀναλάβει ἐκεῖ καθήκοντα.
Τό 1983 ὁ τότε Πατριάρχης Διόδωρος κάλεσε τόν π. Ἰουστῖνο καί τοῦ πρότεινε νά ἀναλάβει τήν ἡγουμενία στό φρέαρ. Ἐκεῖνος στήν ἀρχή ἀρνήθηκε. Ὅσο ὅμως περνοῦσαν οἱ ἡμέρες, τά βράδια πού ἔπεφτε νά κοιμηθεῖ, κάτι σάν ὄνειρο...κάποιο ὅραμα τόν ξυπνοῦσε, δέν μποροῦσε νά ἡσυχάσει. Τελικά δέχθηκε νά πάει. Μέχρι σήμερα δέχθηκε καί αὐτός πάνω ἀπό 15 ἐπιθέσεις, πού στόχο εἶχαν ἤ νά τόν σκοτώσουν ἤ τοὐλάχιστον νά τόν ἐκφοβίσουν, ὥστε νά ἐγκαταλείψει τό προσκύνημα, πρᾶγμα πού δέν ἐπέτυχαν. Ὁ π. Ἰουστῖνος ὅσο ἀνάστημα τοῦ λείπει, τόσο θάρρος καί γενναιότητα διαθέτει. Λέει ὁ ἴδιος, ὅτι σέ ὅλες τίς δυσκολίες πού εἶχε, βοηθός του καί προστάτης ἦταν πάντοτε ὁ π. Φιλούμενος.
Ἕνα βράδυ τόν εἶδε πάλι στόν ὕπνο του. Σήκω, τοῦ εἶπε, εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Πράγματι σηκώθηκε, ἀλλά εἶδε τό ὡρολόϊ καί διεπίστωσε ὅτι ἦταν νωρίς ἀκόμη. Ὅπως στεκόταν δίπλα στό κρεββάτι του, βλέπει τό χέρι τοῦ ἁγίου Φιλουμένου μέ τό γκρίζο ἀντερί, πού συνήθιζε νά φοράει καί ἄκουσε αὐστηρή τήν φωνή του νά τοῦ λέει; Σοῦ εἶπα νά σηκωθεῖς, ἀλλά κατέβα στήν ἐκκλησία ἀπό τήν ἀριστερή πόρτα, ὄχι ἀπό τήν δεξιά.
Σκέφτηκε μήπως εἶναι πειρασμός ἀπό τόν διάβολο καί ἄρχισε νά λέει τό Θεοτόκε Παρθένε... Ὁ ἅγιος τόν ἔπιασε ἀπό τόν ἀριστερό ὦμο καί τοῦ ξαναλέει, ἔλα, ὁ ἴδιος εἶμαι, ὁ Φιλούμενος, μή δοκιμάζεις. Σοῦ ξαναλέω, κατέβα στό προσκύνημα ἀπό τήν ἀριστερή πόρτα καί ὄχι ἀπό τήν δεξιά. Ἔκανε τό σταυρό του καί κατέβηκε. Στήν ἀριστερή πλευρά τῆς ἁγίας τραπέζης ἄκουσε θόρυβο ρολογιοῦ. Κάποιοι εἶχαν τοποθετήσει ὡρολογιακή βόμβα... Κάλεσε ἀμέσως τήν ἀστυνομία καί μόλις πού πρόλαβαν καί τήν πέταξαν ἔξω, ἔσκασε, ἔγινε ἡ ἔκρηξη.
Τήν τρίτη φορά πού δέχθηκε ἐπίθεση ὁ π. Ἰουστῖνος, ἦταν ἀπό ἕναν φανατικό Ἑβραῖο πού κρατοῦσε τσεκούρι. Θά σέ σκοτώσω, ὅπως σκότωσα καί τόν ἄλλο, τοῦ εἶπε. Ἦταν ὁ ἴδιος πού σκότωσε τόν π. Φιλούμενο. Ὅμως μέ ἕνα μονόκερο μπρούντζινο μανουάλι ὁ π. Ἰουστῖνος τόν χτύπησε καί τοῦ ἔσπασε τά χέρια, ἔτσι τόν συνέλαβαν. Ὁμολόγησε τόν φόνο, πόσοι ἦταν, πῶς μπῆκαν μέσα καί ἔκανε ἀναπαράσταση τοῦ φόνου.
Σέ κάποιον πόλεμο μεταξύ Ἑβραίων καί Μουσουλμάνων χτυποῦσαν τόν μεγαλοπρεπῆ Ναό τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Μόλις τόν ἀποπεράτωσε ὁ π. Ἰουστῖνος καί τώρα τοῦ προξενοῦσαν ζημιές. Κάποιες τίς διόρθωσε, κάποιες  τίς ἄφησε ἐπίτηδες, νά φαίνωνται. Ἔβλεπε τά κομμάτια τοῦ τοίχου νά πέφτουν στήν αὐλή, μπροστά στήν εἴσοδο καί ἐπικαλέσθηκε τόν Ἅγιο Φιλούμενο. Ποῦ εἶσαι; εἶπε. Δέν βλέπεις χαλᾶνε τήν Ἐκκλησία σου. Μοῦ τά ἔλεγε ὁ ἴδιος καί ἔκλαιγε. Τότε τόν βλέπει ζωντανό, ὁλοζώντανο, ὄρθιο πάνω στή στέγη τοῦ Ναοῦ. Ἔπιανε τά βλήματα, πού πήγαιναν πάνω στήν Ἐκκλησία καί ἤ ἔσκαναν χωρίς πλέον νά προκαλέσουν ζημιά ἤ τά ἔπιανε καί τά ἔρριχνε κάτω στό ἔδαφος, χωρίς νά σκάσουν! 
Ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς καί τοῦ μαρτυρίου του. Δηλαδή στίς 29 Νοεμβρίου τοῦ 2009, ἀκριβῶς τριάντα χρόνια μετά τό μαρτυρικό του τέλος. Εἶχα τήν μεγάλη εὐλογία ἀπό τόν Θεό, νά εἶμαι κι᾿ ἐγώ ἐκεῖ, νά παρευρίσκωμαι στήν τελετή τῆς ἁγιοκατάταξης.
 Τήν προηγούμενη μέρα εἴμασταν στόν ἑσπερινό. Πήγαμε νά προσκυνήσουμε τό ἅγιο Λείψανό του. Εὐωδίαζε πολύ, χαλοῦσε ὁ κόσμος ἀπό τήν εὐωδία. Μετά τήν τέλεση τοῦ ἑσπερινοῦ ἀνεβήκαμε στό λεωφορεῖο γιά νά φύγουμε. Μέχρι ἔξω στό δρόμο ἦταν ἔντονη ἡ εὐωδία τοῦ  Ἁγίου. Εὐωδίαζε καί τήν ἄλλη μέρα  στή θεία Λειτουργία, ἀλλά κάπως λιγότερο ἀπό ὅ,τι στόν ἑσπερινό.
Τήν ἀπόφαση τῆς ἁγιοκατάταξης τήν διάβασε ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης. Ἐκεῖ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ π. Φιλούμενος εἶχε καί ἁγία ζωή καί ἀξιώθηκε τοῦ μαρτυρίου χάριν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Στή θεία Λειτουργία ἐντελῶς τυχαῖα, χωρίς νά τό γνωρίζω, οὔτε νά τό φαντασθῶ, φόρεσα τά ἄμφια τοῦ ἁγίου Φιλουμένου, τά ὁποῖα καί μοῦ χάρισε πρόθυμα σάν μεγάλη εὐλογία ὁ π. Ἰουστῖνος. Μετά τήν θεία Λειτουργία τύλιξέ τα καί πάρτα στό σπίτι σου, μοῦ εἶπε. Ἐπίσης ἡ Γερόντισσα Εὐπραξία, ἡγουμένη τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βηθανίας καί ὁ π. Ἰουστῖνος μοῦ ἔδωσαν λίγο ἀπό τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου του, ἄλλη μεγάλη εὐλογία. Καί τά δύο αὐτά τά ἔχω φέρει μαζί μου γιά νά τά προσκυνήσετε κι᾿ ἐσεῖς.
Κατά τήν ἔξοδό σας ἀπό τόν Ναό θά πάρετε ἀπό ἕνα εἰκονάκι τοῦ ἁγίου καί μαζί μέ αὐτό εὔχομαι νά πάρετε χάρη πολλή, βοήθεια, δύναμη, εὐλογία καί ἁγιασμό ἀπό τόν ἅγιο Φιλούμενο τόν νέο Ἱερομάρτυρα τῆς Ἐκκλησία μας. Ἀμήν.-


Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας (30-3-2010)


Ἡ ἀποψινή βραδιά, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀφιερωμένη σέ μία πόρνη, σέ μία ἁμαρτωλή γυναίκα, τήν ὁποία ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, οἱ συνοδοιπόροι τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά μιμηθοῦμε καί νά ἀκολουθήσουμε.
Θά ἔλεγε τώρα κάποιος: Τί εἶναι αὐτά πού μᾶς λές, πάτερ; Ἀκοῦς ἐκεῖ, νά μοιάσουμε μία ἁμαρτωλή γυναίκα! Δηλαδή νά γίνουμε κι᾿ ἐμεῖς πόρνοι; Νά πέσουμε στήν ἀνηθικότητα, στήν αἰσχρή ἁμαρτία;
Ὄχι. Νά μοιάσουμε τήν γυναίκα αὐτή, νά τήν ἀκολουθήσουμε, μά ὄχι στήν ἁμαρτία ἀλλά στήν ἔμπρακτη καί εἰλικρινή της μετάνοια. Ἐξ ἄλλου γι᾿ αὐτό τήν προβάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.
Τό σημαντικότατο, συγκινητικότατο καί διδακτικότατο γεγονός, κατά τό ὁποῖο μία ἁμαρτωλή γυναίκα ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό διασώζουν καί οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές, ἀκρινῶς γιατί εἶναι πολύ σπουδαῖο. Ὁ Ματθαῖος, ὁ Μᾶρκος καί ὁ Ἰωάννης ὁμιλοῦν γιά τήν ἴδια γυναίκα, τήν Μαρία, τήν ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποία ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της ἔκανε τήν σπουδαία αὐτή πράξη πού προηγεῖται χρονικά. Αὐτή ἡ Μαρία δέν ἦταν ἁμαρτωλή, ἀλλά πιστή καί ἀφοσιωμένη στόν Κύριο.
Ἀντίθετα ὁ Λουκᾶς ἀναφέρεται σέ μία ἄλλη γυναίκα, πού δέν μᾶς λέει τό ὄνομά της. Καί αὐτή ἔκανε ὅ,τι καί ἡ Μαρία, εἶναι ὅμως διαφορετικό περιστατικό καί ἕπεται χρονικά. Εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα, πού θά λιθοβολοῦσαν οἱ γραμματεῖς καί οἱ φαρισαῖοι, ἄν δέν προλάβαινε ὁ Ἰησοῦς. Ἡ καλωσύνη τοῦ Κυρίου καί ἡ συμβουλή του, στό ἑξῆς νά μή ἁμαρτάνει, μπῆκαν μέσα της, τήν συνεκλόνισαν. Ἔτσι σταμάτησε τήν ἁμαρτία καί ἔρχεται τώρα νά δείξει τήν εὐγνωμοσύνη της. Ὄχι τόσο γιατί γλύτωσε τόν λιθοβολισμό τῶν Ἰουδαίων, ἀλλά κυρίως γιατί Ἐκεῖνος ἔγινε αἰτία νά σταματήσει αὐτή τήν αἰσχρή ἁμαρτία. Ἡ ζωή μέσα στήν ἁμαρτία εἶναι καταισχύνη, μαρτύριο, κόλαση καί βίος ἀβίωτος.
Σύμφωνα μέ τόν ἱερό Εὐαγγελιστή, κάποιος φαρισαῖος Σίμων στό ὄνομα κάλεσε τόν Χριστό γιά δεῖπνο στό σπίτι του. Ἐκεῖ ὅπως ἔτρωγαν, ἔρχεται ἡ γυναίκα αὐτή κρατώντας στά χέρια της ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο γεμάτο μέ πολύτιμο μύρο. Στάθηκε πίσω ἀπό τόν Ἰησοῦ καί ἄρχισε νά κλαίει γοερά. Ἔκλαιε μέ σπαραγμό γιά τίς πολλές της ἁμαρτίες. Ἔκλαιε, γιατί ἐλύπησε τόν Θεό, γιατί πρόσβαλε τόν ἑαυτό της, τόν ἔρριξε τόσο χαμηλά.
Ξέρετε κανένα στόν καιρό μας νά κλαίει τόσο σπαρακτικά γιά τίς πολλές του ἁμαρτίες; Ἤ μήπως ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἁμαρτίες; Γι᾿ αὐτό εἴπαμε στήν ἀρχή, ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά τήν μιμηθοῦμε καί νά τήν μοιάσουμε.
Ἄνοιξε τό δοχεῖο μέ τό μύρο καί ἔπλυνε μέ αὐτό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ ἀνακακατεύοντας καί τά καυτά της δάκρυα. Μετά τά σκούπισε μέ τά μακρυά μαλλιά της.
Ἀφήνουμε τίς διαμαρτυρίες τοῦ Ἰούδα γιά τήν δῆθεν σπατάλη καί πηγαίνουμε στόν Σίμωνα τόν φαρισαῖο.
Μονολογεῖ μέσα του καί λέει: Ὑποτίθεται πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι προφήτης. Δέν ξέρει ποιά εἶναι ἡ γυναίκα αὐτή, πῶς τῆς ἐπιτρέπει νά τόν ἐγγίζει; Βλέπετε δέν μᾶς μολύνουν οἱ δικές μας ἁμαρτίες, ἀλλά ἡ ἁμαρτία τῶν ἄλλων. Ἀδιαφοροῦμε γιά τίς δικές μας ἁμαρτίες καί ἀσχολούμεθα μέ τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος παρατηροῦμε ἕνα σκουπιδάκι, πού εἶναι στό μάτι τοῦ ἄλλου καί δέν προσέχουμε τό δοκάρι, πού εἶναι στό δικό μας μάτι.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταπέλτης γιά τόν φαρισαῖο. Σίμων, τοῦ λέει, μπῆκα στό σπίτι σου καί δέν μοῦ ἔπλυνες μέ νερό τά πόδια, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος καί ἡ συνήθεια τῶν Ἑβραίων. Αὐτή ἡ γυναίκα μοῦ τά ἔπλυνε μέ τά πολύτιμα δάκρυά της. Χαιρετισμό μέ ἀσπασμό δέν μοῦ ἔδωσες, ὥς ὄφειλες. Αὐτή στιγμή δέν ἔπαυσε νά μοῦ φιλάει τά πόδια. Δέν μοῦ ἄλειψες τό κεφάλι μέ ἀρωματικό λάδι, ὅπως θά ἔπρεπε. Αὐτή μοῦ ἄλειψε τά πόδια μέ πολύτιμο μύρο. Ἐσύ ὁ δῆθεν εὐσεβής δέν ἔκανες τίποτε, ἐνῷ ἡ ἁμαρτωλή αὐτή γυναίκα, πού ἐσύ περιφρονεῖς, ἔκανε τόσα πολλά. Μετά ἀπό ὅλα αὐτά δέν θά ἔπρεπε νά τῆς πῶ, σοῦ συγχωροῦνται οἱ πολλές σου ἁμαρτίες; Ἁμάρτησε πολύ, ἔφταιξε πολύ, ἀλλά καί βαθιά μετενόησε. Μέ ἀγάπησε πολύ, ἀφοῦ συγχωρήθηκαν οἱ ἁμαρτίες της.
Μέ αὐτά τά λόγια, ἀγαπητοί μου, ὁ Χριστός ἐγκαινίασε μία νέα ἀντίληψη γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἐντελῶς διαφορετική ἀπό ἐκείνη τῆς ἰουδαϊκῆς κοινωνίας. Ὁ ἁμαρτωλός δέν εἶναι μιασμένος ἀπό τή φύση του, ἀλλά εἶναι πνευματικά ἀσθενής, ὁ ὁποῖος χρειάζεται βοήθεια. Σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δέν τοῦ κόβουμε τό κεφάλι, ἀλλά τόν ὁδηγοῦμε στό γιατρό, στή θεραπεία. Ναί, νά εἴμαστε πιστοί στό Θεό, μά νά ἔχουμε ἀγάπη καί στόν ἄνθρωπο, στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό πίστη στό Θεό δέν σκοτώνουμε τόν ἄνθρωπο, ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι. Αὐτό τό βλέπουμε νά συμβαίνει συχνά μέσα στούς μουσουλμάνους, στούς ταλιμπάν. Δέν θά ἔπρεπε ὅμως νά γίνεται καί ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Ἀγαποῦμε ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεός καί μισοῦμε ὅ,τι προέρχεται ἀπό τόν διάβολο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί τόν ἀγαποῦμε, ὅποιος καί ἄν εἶναι. Ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπό τόν διάβολο καί τήν μισοῦμε ἀπό καρδίας, τήν ἀποστρεφόμαστε μετά βδελυγμίας.
Ἡ γυναίκα αὐτή παραδόθηκε καί κατρακύλισε στόν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ψυχικός της κόσμος διεφθάρη ὁλοκληρωτικά. Ὅμως μέσα της εἶχε μία μικρή σπίθα λυτρώσεως καί σωτηρίας βαλμένη ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἄλλωστε σέ κάθε ἄνθρωπο. Μία φορά συναντήθηκε μέ τόν Χριστό ἡ γυναίκα αὐτή καί ἡ σπίθα ἔγινε φλόγα. Ἔγινε φωτιά μεγάλη. Ἄναψε πυρκαγιά μέσα της. Ἄφησε τήν ἁμαρτία, ἔκλαψε, μετάνοιωσε, ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἡ συνάντησή της μέ τόν Χριστό τήν συνεκλόνησε, τήν ἀνέστησε.
Ἐμεῖς, ὑποτίθεται, πώς εἴμαστε χριστιανοί. Γνωρίσαμε τόν Χριστό ἀπό τήν βρεφική μας ἡλικία. Ἀποκτήσαμε σχέσεις μαζί Του ἐδῶ καί χρόνια. Τόν συναντήσαμε ἀμέτρητες φορές μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν προσευχή, στή νηστεία, στήν ἐξομολόγηση, στή Θεία Κοινωνία. Ποῦ εἶναι ἡ δική μας ἀλλαγή; Ἐγκαταλείψαμε τήν ἁμαρτία; Τήν σταματήσαμε;  Διακόψαμε τίς σχέσεις μας μέ αὐτήν; Δυστυχῶς ὄχι ἀκόμη. Καλά λέει ὁ Χριστός, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες μπαίνουν στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ κι᾿ ἐμεῖς μένουμε ἀπ᾿ ἔξω.
Ἀγαπητοί μου,
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σκόπιμα ἔβαλαν σήμερα μπροστά μας τήν μακαρία πρώην πόρνη. Ἡ μορφή της προβάλλει σάν φωτεινός ὁδηγός στή μέση τῆς Μ. Ἑβδομάδας, στήν πορεία μας πρός τό Θεῖο Πάθος. Θέλει νά πεῖ καί νά μᾶς δείξει, ὅτι, ἄν δέν συντριβοῦμε ὅπως ἐκείνη, ἄν δέν ἐπιδείξουμε ἔμπρακτη μετάνοια, δέν μποροῦμε νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό, δέν μποροῦμε νά λεγώμαστε χριστιανοί.
 Καλός χριστιανός δέν εἶναι ὁ ἐγωϊστής, αὐτός πού λέει, ὅτι εἶναι καθαρός, αὐτός πού νομίζει ὅτι ἔφτασε σέ ἐπίπεδο ἁγιότητας καί ἄρα δέν χρειάζεται πιά ἄλλο ἀγώνα. Καλός χριστιανός εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἔχει μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, πού κλαίει γιά τίς ἁμαρτίες του. Πού τά δάκρυά του χύνονται πάνω στό στῆθος του, στήν καρδιά του, πού πέφτουν μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός θά ἀκούσει τά λόγια τοῦ Χριστοῦ σάν τήν πρώην πόρνη, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, πορεύου εἰς εἰρήνην. Ἀμήν.-



                                                 

Κυριακή τῶν Βαΐων (12-4-2009)

    Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.



Ὁ Κύριος εἰσέρχεται σήμερα θριαμβευτικά στά Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος κόσμου ξεχύθηκε στούς δρόμους, γιά νά τόν ὑποδεχθεῖ μέ κλαδιά ἀπό φοίνικες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, φώναζαν, ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ. 
Τά βαΐα τῶν φοινίκων συμβόλιζαν τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί προμήνυαν τήν ἀνάστασή του. Ποιοί ἀποτελοῦσαν τά πλήθη; Μήπως οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀνωτέρας τάξεως; Μήπως οἱ μεγάλοι καί τρανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὄχι. Ὁ ἁπλός λαός ἔτρεξε νά Τόν προϋπαντήσει καί μέ τρόπο πρόχειρο καί αὐθόρμητο ἐκδήλωνε τόν σεβασμό του καί τήν ἀναγνώρισή του πρός τόν Χριστό. Τόν ἐπευφημοῦσε ὡς βασιλέα καί ἐπίγειο ἄρχοντά του. Τόν ἀποκαλοῦσε εὐλογημένο καί ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Μεσσία. Φώναζαν, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, πού πάει νά πεῖ, σῶσε μας, σύ ὁ Ὕψιστος. Ἐπάνω σωτηρία, κάτω ἔρχεται φιλανθρωπία. 
Στή γῆ πατοῦσαν, μά στόν οὐρανό βρίσκονταν. Σῶμα εἶχαν, ἀλλά μέ τούς ἀγγέλους ἦσαν ἀνακατεμένοι. Ἰουδαῖοι στό ὄνομα, χριστιανοί στήν πραγματικότητα. Ὅλο τό πλῆθος ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό πάνω ἔλαβε τήν μαρτυρία καί τόν φωτισμό. Πῶς ἀλλιῶς γνώριζε ὁ ὄχλος, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀφοῦ δέν τόν ἔβλεπαν νά φοράει βασιλικό διάδημα; Δέν φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, δέν τόν συνόδευε στρατιωτικό ἄγημα, δέν προηγεῖτο ἱππικό καί χρυσοποίκιλτα  ἅρματα. Πῶς τό κατάλαβαν; ἀπό ποῦ ἤξεραν, ὅτι εἶναι βασιλιάς; 
Πάνω σ᾿ ἕνα φτωχικό καί ἄσημο γαϊδουράκι καθόταν, ξένο καί αὐτό. Μόνο δώδεκα μαθητές εἶχε μαζί του. Οἱ περισσότεροι ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι ψαράδες. Γνώριζαν ὅμως αὐτό πού λέει ἡ Γραφή: Τόν ὑπηρετοῦν μύριες μυριάδες ἀγγέλων καί τοῦ παραστέκουν  χίλιες χιλιάδες ἀρχαγγέλων. Δέν ζητοῦσαν ἵππους καί ἅρματα. Ἤξεραν, ὅτι αὐτός εἶναι πού ἀνέλαβε στόν οὐρανό τόν προφήτη Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα. Δέν ζητοῦσαν κανένα ὄχημα πορφυρόστρωτο. Γνώριζαν, ὅτι ἀναπαύεται στά Χερουβείμ καί στά Σεραφείμ. Ὅλα αὐτά τούς ἦταν γνωστά ἀπό τούς προφῆτες, ἀπό ἀποκάλυψη Θεοῦ. Τά γνώριζαν, γιατί μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή.

Μέχρι ἐδῶ ὅλα αὐτά καλά καί ἅγια. Ἐπαινετά καί πρέποντα. Ὅμως αὔριο, μετά λίγες ἡμέρες ὁ ἴδιος ὁ λαός θά ἀποδοκιμάσει τόν Διδάσκαλο. Θά τόν διώχνει ἀπό τήν ζωή του, θά τόν παραδώσει στό θάνατο. Αὐτόν τόν εὐεργέτη του, τόν τίμιο, τόν δίκαιο, τόν ἀθῶο. Θά ζητάει τήν σταυρική του καταδίκη. 
Ποῦ εἶναι τά ὡσαννά καί οἱ ζητωκραυγές; Αὐτά τώρα λησμονήθηκαν, πετάχθηκαν στήν ἄκρη. Τώρα ὠρύονται  καί ἀγριεμένοι φωνάζουν σταυρωθήτω. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γιά κάποιους ἦταν ἐνοχλητική. Οἱ ἄρχοντες, οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί ἔβαλαν σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό τους. Μέ δημαγωγικό καί ὑποκριτικό τρόπο ἔπεισαν τόν λαό, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν τόπο. 
Καί ὁ λαός παρασύρεται ἀπό αὐτούς. Ξέχασε τά θαύματα. Λησμόνησε τά θαυμάσια λόγια του. Ἔκλεισε τά μάτια του στά θαύματα καί στίς θεραπεῖες. Πλέον δέν ἀκούει καί δέν θυμᾶται οὔτε τίς δικές του προηγούμενες ζητωκραυγές. Ὁ πλεῖστος ὄχλος, οἱ περισσότεροι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα στέκονται ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ καί ζητοῦν τήν θανάτωσή του.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦσαν θρησκευόμενοι, πού ἦρθαν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στό ναό τοῦ Σολομῶντος καί νά γιορτάσουν τήν μεγάλη γιορτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Πῆγαν νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἀλλ᾿ ἔγιναν κακοῦργοι καί ἐγκληματίες. Ἔγιναν θεοκτόνοι. Ἐφόνευσαν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. 
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά μᾶς προβληματήσει, νά βάλει ὅλους μας σέ σκέψεις. Εὑρισκόμεθα πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Πολλοί χριστιανοί, τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, θά τρέξουν στούς Ναούς, θά γεμίσουν τίς Ἐκκλησίες. Μᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό θέμα, πῶς γιορτάζουμε καί τί κάνουμε τίς ἡμέρες αὐτές; Ὅσοι συναθροιζόμαστε στίς Ἐκκλησίες εἴμαστε μέ τόν Χριστό; Θά κάνουμε πολλές φορές τόν σταυρό μας, ὅπως καί ἄν τόν κάνουμε. Καταλαβαίνουμε τό νόημα τῆς σταυρώσεως; Θά συγκινηθοῦμε συναισθηματικά καί θά κλάψουμε γιά τόν Χριστό. Δέν εἶναι προτιμότερο νά κλάψουμε γιά τούς ἑαυτούς μας καί τίς δικές μας ἁμαρτίες; Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στίς γυναῖκες, πού ἔκλαιγαν ξοπίσω του, ὅταν ἀνέβαινε τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ φορτωμένος τόν σταυρό. Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά σᾶς νά κλαῖτε, ὄχι γιά μένα. Γιά τίς συμφορές, πού πρόκειται νά σᾶς βροῦν.
Θά ἀνάψουμε κεριά μικρά-μεγάλα, χρωματιστά, μά τίποτε δέν θά φωτίσει μέσα μας τά σκοτάδια καί τήν καταχνιά τῆς δικῆς μας ζωῆς καί ψυχῆς. Θά ἑτοιμάσουμε πλούσια τραπέζια καί θά καθήσουμε τριγύρω τους, γιά νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά παρακαθήσουμε στό δικό Του τραπέζι, στήν Ἁγία Τράπεζα, στή Θεία Κοινωνία; 
Τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα θά ἐκκλησιασθοῦμε πολλές φορές, μά ὅταν θά ἀκούσουμε "μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε", θά γυρίσουμε τήν πλάτη μας καί θά φύγουμε χωρίς νά μεταλάβουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἄν ἀκόμη κοινωνήσουμε, δέν θά τό κάνουμε ὅπως περιμένει ὁ Θεός, ἀλλά ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, μέ ἄγρια καρδιά καί καθόλου καλή προετοιμασία.
 Γιατί σήμερα ὡσαννά καί αὔριο δέν θά διστάσουμε νά ταυτισθοῦμε μέ αὐτούς, πού φωνάζουν σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν; Ἴσως δέν τό ποῦμε στό Χριστό, μά τό ἴδιο εἶναι, θά τό ποῦμε σέ κάποιον συνάνθρωπό μας, στόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. Παριστάνουμε τόν χριστιανό, μά δέν εἴμαστε. Ἀποκαλοῦμε τόν Χριστό Κύριο, ἀλλά δέν κάνουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο παράπονο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Ξεκινώντας τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὀφείλουμε νά συμφιλιωθοῦμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας καί κατόπιν μέ τούς ἄλλους. Μέ αὐτά πού κάνουμε δείχνουμε, ὅτι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀνάγκη νά ξεκουράσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν συγχώρηση στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν κάνουμε, ὅσα πιό πάνω εἴπαμε, θά γιορτάσουμε κάποια γιορτή μέ ἔντονα θρησκευτικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, πού γιά μερικές μέρες θά ἀποτελεῖ μιά ὄμορφη ἀνάμνηση. Θά ποῦμε, τί καλά περάσαμε! ἄντε καί τοῦ χρόνου. Αὐτό ὅμως θά εἶναι μιά φολκλορική γιορτή καί ὄχι Πάσχα Θεοῦ τό σωτήριον.
Θά ἤθελα πολύ αὐτό τό Πάσχα νά εἶναι γιά ὅλους μας πολύ διαφορετικό ἀπό ὅλα τά προηγούμενα. Νά εἶναι ὄντως Πάσχα. Ἕνα πέρασμα σέ καλύτερους κόσμους, σέ πιό πνευματική ζωή, στούς χώρους τῆς Ἐκκλησίας, στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Νά πλησιάσουμε, νά πᾶμε κοντά, πολύ κοντά, κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφήσουμε τό πανάγιο Αἷμα Του νά τρέξει πάνω μας. Νά μᾶς ποτίσει, νά μᾶς χορτάσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ἁγιάσει. 
Ἀδελφοί μου, Καλό Πάσχα, Καλή Ἀνάσταση δική μας. Ἀμήν.-




                              

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Οἱ μητέρες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (26-1-2011)


Ἕνας σύγχρονος ἀξιόλογος ἁγιογράφος ἔκανε τήν εἰκόνα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί πίσω ἀπό κάθε ἅγιο ἔβαλε τήν μητέρα του, γιά νά δείξει ἀκριβῶς, ὅτι πίσω ἀπό κάθε μεγάλον ἄνδρα κρύβεται μία γυναίκα. Πίσω ἀπό κάθε ἅγιο ὑπάρχει καί μία ἁγία μητέρα. Σέ ἄλλη εἰκόνα ἔκανε τό ἀντίθετο. Ζωγράφισε τίς τρεῖς ἅγιες μητέρες καί πίσω ἀπό κάθε μία μητέρα ἔβαλε τό παιδί της. Ἡ μητέρα εἶναι ἡ ἁγία ρίζα καί τό παιδί ὁ ἅγιος καρπός.
Σήμερα θά ἀφήσουμε τά παιδιά καί θά μιλήσουμε γιά τίς τρεῖς ἅγιες μητέρες. Πρέπει κάποτε νά ἀναγνωρίσουμε καί τήν δική τους ἀξία, τήν δική τους τεράστια συμβολή στήν ἀνατροφή καί διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν τους. Χωρίς αὐτές δέν θά εἴχαμε τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου θεότητος. Καί οἱ τρεῖς ἄσκησαν μεγάλη ἐπιρροή στά παιδιά καί στήν οἰκογένειά τους. Μέσα στά ἔργα τους οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μέ πολλή χάρη ὁμιλοῦν, μέ δέος καί ἀπέραντο σεβασμό ἀναφέρονται στίς μητέρες τους. Μᾶς ἀφηγοῦνται τήν θεοσεβῆ ζωή τους, τό σπουδαῖο ἔργο, πού ἐπετέλεσαν, τίς θλίψεις καί τίς χαρές πού δοκίμασαν στή ζωή τους.
Πρέπει νά τονίσουμε, πώς οἱ γυναῖκες αὐτές ἦταν οἱ σαρκικές μητέρες, ἀλλά καί οἱ πνευματικές, ἀφοῦ ὄχι μόνο τούς γέννησαν, ἀλλά καί ἀνέθρεψαν κατά Θεόν, τούς στήριξαν μέ τίς προσευχές, μέ τίς συμβουλές τους καί τό φωτεινό παράδειγμά τους. Στόν βίο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν δέν συναντοῦμε γέροντες καί πνευματικούς ὁδηγούς. Ὅ,τι ἔκαναν, τό ἔκαναν οἱ μητέρες καί στίς τρεῖς περιπτώσεις.

1). Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἀπό γενιά ἀρχοντική καί ἔνδοξη. Οἱ γονεῖς της κατεῖχαν πλούτη πολλά καί θέσεις ὑψηλές στόν κρατικό μηχανισμό. Εἶχαν ὅμως καί πολλή πίστη στόν Θεό. Ἦταν ἄνθρωποι ἀρετῆς. Αὐτό εἶναι σπάνιο γιά ἄρχοντες καί πλουσίους, ἀλλά ἐδῶ συνέβαινε, ἦταν πραγματικότης. Ἡ ἴδια ἡ ἁγία Ἐμμέλεια εἶχε σπουδαία κοσμική μόρφωση, πρᾶγμα σπάνιο γιά τίς γυναῖκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ᾿ ἦταν καί μορφωμένη κατά Θεόν.
Κατ᾿ ἐντολήν ἀνάξιου βασιλιᾶ, ἐφονεύθη ὁ εὐσεβής πατέρας της, ἐπειδή ἀκολουθοῦσε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν μεγάλη τους περιουσία σκόρπισαν στά χέρια ἄλλων πονηρῶν ἀρχόντων. Ὅμως τί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Τό σῶμα σας ἄς τό τηγανίσουν. Τά ὑπάρχοντά σας, ἄν σᾶς τά ζητήσουν, δόστε τα. Χριστός καί ψυχή  σᾶς χρειάζονται. Αὐτά τά δύο, ὅλος ὁ κόσμος νά πέσει ἐπάνω σας, δέν μπορεῖ νά τά πάρει, ἄν ἐσεῖς δέν τά δώσετε μέ τήν θέλησή σας. Ἔτσι λοιπόν σκότωσαν τόν πατέρα τῆς ἁγίας, ἅρπαξαν τήν περιουσία τους, ἀλλά τόν Χριστό δέν μπόρεσαν νά πάρουν. Ἡ πίστη καί ἡ ἀρετή φώλειαζε βαθιά καί γιά καλά, μόνιμα μέσα στίς ψυχές τους.
Ὅταν ἡ Ἐμμέλεια ἦρθε σέ ἡλικία γάμου δέν ζήτησε σύζυγο μέ ὑψηλή θέση καί ἀπό τίς τάξεις τῶν πλουσίων, ἀλλά ἄνθρωπο σώφρονα καί πιστό χριστιανό. Τέτοιον βρῆκε τόν Βασίλειο, γυιό τῆς εὐσεβέστατης Μακρίνας, τῆς ὁποίας ἡ οἰκονένεια καταδιώχθηκε στόν καιρό τοῦ Δεκίου καί κατέφυγε μαζί μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο, ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας καί μέ πολλούς ἄλλους χριστιανούς στά δάση τοῦ Πόντου.
Σήμερα-δυστυχῶς-πολλοί γάμοι διαλύονται, γιατί δέν ἔπρεπε κἄν νά γίνουν. Ἀπό τήν ἀρχή δέν πάει καλά ἡ ὑπόθεσις. Γνωρίζονται μέσα στίς καφετέριες, σέ κάποιο πάρτυ, στή θάλασσα ἤ μέσῳ internet. Ὁ ἕνας προσπαθεῖ νά ἐξαπατήσει τόν ἄλλο.  Ἀναζητοῦν καί παρασύρονται ἀπό τήν ἐξωτερική ὀμορφιά, ἀπό τήν θέση πού κατέχει ὁ γαμπρός, ἀπό τήν προίκα, πού διαθέτει ἡ νύφη. Γεμᾶτοι πάθη πονηρά καί ἐπιθυμίες ἁμαρτωλές, χωρίς πίστη στό Θεό, δίχως βάσεις καί σωστές προϋποθέσεις, βαδίζουν στόν γάμο. Ἐ, ἑπόμενο εἶναι αὐτός ὁ γάμος νά μή στεργιώσει, νά μή εὐδοκιμήσει.
Ἀπό τόν γάμο αὐτό γεννήθηκαν δέκα παιδιά. Πέθανε τό ἕνα, ἔζησαν τά ἐννέα, πρᾶγμα σπάνιο γιά τήν μεγάλη θνησιμότητα, πού ὑπῆρχε ἐκεῖνον τόν καιρό. Ἦταν τέσσερα ἀγόρια καί πέντε κορίτσια. Τρεῖς ἐπίσκοποι, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης καί ὁ Πέτρος ἐπίσκοπος Σεβαστείας. Δύο ἔγιναν μοναχοί, ὁ Ναυκράτιος καί ἡ Μακρίνα. Τά τέσσερα ἄλλα κορίτσια παντρεύτηκαν. Πῆραν ἀνθρώπους μέ φόβο Θεοῦ καί ἔκαναν χριστιανικές, ἅγιες οἰκογένειες. Ἡ σεμνή καί λογική μητέρα μοίρασε ἐξ ἴσου τήν ὅποια περιουσία τῆς ἔμεινε, χωρίς νά ἀδικήσει κανένα παιδί της, ἄσχετα ἄν ἦταν ἀγόρι ἤ κορίτσι. Μή λησμονοῦμε, πώς ζοῦμε σέ ἐποχή πού οἱ γυναῖκες ζοῦσαν στό περιθόριο παραμελημένες καί περιφρονημένες.
Ἡ ἁγία Ἐμμέλεια ἔκανε τό σπίτι της Ἐκκλησία. Δίδασκε στά παιδιά της τήν ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καίνή Διαθήκη. Τά ἔμαθε νά προσεύχωνται καί τά στήριζε στήν κατά Θεό ἀφιέρωση. Μετά τόν πρόωρο θάνατο τοῦ συζύγου της πρώτη αὐτή κατέφυγε σ᾿ ἕνα κτῆμα τους στόν Πόντο, ὅπου ἔχτισε μοναστῆρι καί ἀσκήτευε ἐκεῖ μαζί μέ τήν κόρη της Μακρίνα. Ἐκεῖ κοντά τους ἀσκήτευε καί ὁ Ναυκράτιος καί μετά τό πέρας τῶν σπουδῶν του γιά κάποιο διάστημα  καί ὁ Μέγας Βασίλειος.
Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας τους, ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν μόλις δέκα πέντε ἐτῶν καί τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν στήν δύσκολη ἐφηβική ἡλικία ἀνέλαβε πλέον μόνη της ἡ ἁγία Ἐμμέλεια, μέ πιστό καί μόνιμο σύμτροφο στή ζωή της τόν πόνο. Ὁ πατέρας της πέθανε στούς διωγμούς σάν μάρτυρας. Ὁ ἄντρας της πέθανε, ὅπως εἴπαμε νέος. Ὁ γυιός της Ναυκράτιος πνίγηκε σ᾿ ἕνα ποτάμι 27 ἐτῶν. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν μόνιμα ἄρρωστος καί καταβεβλημένος. Καί ὅμως ἡ ἴδια στεκόταν πάντοτε ὄρθια, βράχος ἀκλόνιτος. Στήριζε τά παιδιά της καί ἀσκοῦσε σέ μεγάλο βαθμό τήν ἐλεημοσύνη.
Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, ὅτι στήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν της σπουδαῖο ρόλο ἔπαιξε καί ἡ γιαγιά Μακρίνα. Νύφη καί πεθερά εἶχαν ἀγαστή συνεργασία στήν χριστιανική διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν. Εἶχε πνευματικό τόν ἅγιο Γρηγόριο Νεοκαισαρείας καί ὅ,τι ἄκουγε ἀπό ἐκεῖνον, τά ἔγραφε βαθιά στό νοῦ καί στήν καρδιά της καί αὐτά ἔλεγε στά ἐγγόνια της.
Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλεγε γι᾿ αὐτήν, ὅτι ἦταν δασκάλα τῶν δογμάτων τῆς εὐσεβείας καί φρουρός τῆς ὀρθόδοξης πίστης.
Ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν προσωπική του περιουσία ἔχτισε τήν πόλη τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλανθρωπίας, τήν Βασιλειάδα, ἔξω άπό τήν πόλη τῆς Καισαρείας. Μάζευε ἐκεῖ ἀρρώστους, ἀναπήρους, ἀστέγους, φτωχούς, γέροντες καί ὀρφανά. Πολλές φορές τούς φρόντιζε καί τούς περιποιόταν μέ τά ἴδια του τά χέρια.
Ὁ μοναχός Ναυκράτιος ζοῦσε, εἴπαμε, ἀσκητικά δίπλα στόν Ἴρι ποταμό. Ὑπηρετοῦσε προσωπικά κάποιους γέροντες, πού ταλαιπωροῦσε ἡ φτώχεια καί ἡ ἀρρώστεια. Κυνηγοῦσε στά δάση καί στίς ἐρημιές, ἔπιανε ψάρια καί ἔτσι ἐξασφάλιζε τήν τροφή τῶν γερόντων. Ὅμως τό ποτάμι ἦταν ὁρμητικό καί εἶχε πολλές ρουφῆχτρες. Ἔτσι κάποτε, ἐνῷ ψάρευε, πνίγηκε.
Ὅταν τό πληροφορήθηκε ἡ ἁγία Ἐμμέλεια δέν ἔβαλε τίς φωνές, ὅπως κάνουν οἱ πολλές γυναῖκες, δέν ἔσχισε τά ροῦχα της, δέν θρήνησε τήν συμφορά της μέ γοερά μοιρολόγια. Ἀσφαλῶς πόνεσε. Οἱ χριστιανοί δέν εἶναι ξῦλα ἀναίσθητα. Ἔμεινε ὅμως ἥσυχη, καρτερική, ὁπλίσθηκε μέ ὑπομονή καί κατέφυγε στήν ἐξ ὕψους βοήθεια καί παρηγοριά.
Ὁ Πέτρος στήν ἀρχή ἐμόναζε. Κάποτε παρουσιάσθηκε ἔλλειψη σιτηρῶν καί ἔπεσε πείνα. Κόσμος πολύς ἔτρεχε κοντά του καί μοίραζε σ᾿ αὐτούς τά ὑπάρχοντά του. Ἔτσι ἔκανε τήν ἐρημιά νά μοιάζει μέ πόλη.
Ἡ Μακρίνα μοίρασε τήν περιουσία της σέ κάθε εἶδος ἀγαθοεργίας. Ποτέ δέν περιφρόνησε κανέναν, πού ζητοῦσε τήν βοήθειά της. Ἐμεῖς σήμερα, ἐπειδή δέν εἴμαστε χριστιανοί τῆς προκοπῆς καί δέν ἔχουμε μέσα μας ἀγάπη, δέν ἔχουμε σπλάχνα οἰκτοιρμῶν, βγάζουμε τό συμπέρασμα, ὅτι αὐτοί πού μᾶς πλησιάζουν καί κάτι ζητοῦν δέν ἔχουν ἀνάγκη, ἄρα δέν τούς βοηθοῦμε. Ὁ Θεός δέν θά δεῖ τήν δική τους κατάσταση, ἀλλά τήν δική μας καλωσύνη καί προσφορά.
Ὁ πλοῦτος τῆς ἀρχοντοπούλας ἦταν ἕνα ἁπλούστατο φόρεμα, τό κάλυμα τῆς κεφαλῆς καί παλιά, λιωμένα ὑποδήματα. Σάν ἀποθήκη εἶχε τήν ψυχή της κι᾿ ἐκεῖ μέσα ἀποταμίευε τόν οὐράνιο θησαυρό, ὅπως παραγγέλλει ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο.
Ὅμως σάν ἄνθρωπος θνητός καί ἡ ἁγία Ἐμμέλεια ἐπρόκειτο νά ἀναχωρήσει ἀπό αὐτόν τόν μάταιο κόσμο. Λίγο πρίν κοιμηθεῖ, ζήτησε ἀπό τά παιδιά της νά τήν θάψουν στόν τάφο τοῦ συζύγου της. Ὄχι τόσο γιατί ἤθελε καί νεκρή νά εἶναι μαζί του, ἀλλά γιατί ἐκεῖ κοντά βρισκόταν τά λείψανα τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, πού μαρτύρησαν ἐπί τῶν ἡμερῶν της στή λίμνη τῆς Σεβαστείας. Τεμάχια τῶν Ἱερῶν Λειψάνων εἶχε ἡ οἰκογένειά της σάν πολύτιμο θησαυρό. Πίστευε δέ, ὅτι στόν καιρό τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως, κατά τήν δευτέρα τοῦ Κυρίου παρουσία, θά τούς εἶχε βοηθούς καί συμπαραστάτες, ἐφόσον μέ τό μαρτύριό τους οἱ Ἅγιοι αὐτοί ἐπέκτησαν παρρησία στόν Θεό. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη της στίς 30 Μαΐου.
Τόν ἐπικήδειό της ἐξενώνησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, μέσα στόν ὁποῖο ἐκθιάζει τίς ἀρετές καί τά χαρίσματά της καί κυρίως τήν πολυτεκνία καί καλλιτεκνία της. Μᾶς τό λέει ξεκάθαρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί δέν χωράει περερμηνεία καί παρεξήγησις: Ἡ γυνή σωθήσεται διά τῆς τεκνογονίας. Ὅσες τήν ἀποφεύγουν καί κυρίως ὅσες σκοτώνουν τά παιδιά τους καί τά πετᾶνε στούς σκουπιδοντενεκέδες τῶν κλινικῶν καί τῶν νοσοκομείων, ἄς πᾶνε νά τό συζητήσουν μέ κάποιον πνευματικό καί νά ἀκολουθήσουν τήν συμβουλή του. Τό θέμα εἶναι ἐπικίνδυνο καί σοβαρώτατο.
Λέει ὁ ἱερός πατήρ, ὅτι πολύτεκνους καί καλλίτεκνους, καί τά δυό μαζί, συναντᾶμε στούς μύθους, στά παραμύθια. Ἀπό τά πολλά παιδιά νά γίνουν καλά ἕνα ἤ δύο αὐτό ἴσως εἶναι καί ζήτημα τύχης ἤ τῆς φύσης. Ἐ, ἀπό τόσα βγῆκε καί ἕνα καλό. Ἀλλά νά γίνουν ὅλα καλά, αὐτό εἶναι μέγα κατόρθωμα ἐκείνων, πού τό πραγματοποίησαν. Αὐτό τό δύσκολο καί πολύ σπάνιο ἐπέτυχε ἡ ἁγία Ἐμμέλεια μέ τόν ἀγώνα της καί τήν ἁγιότητά της.
Αὐτή ἦταν ἡ ζωή καί ἡ προσωπικότης τῆς ἁγίας Ἐμμέλειας.
 Ἄς πᾶμε τώρα νά δοῦμε τήν δεύτερη σπουδαία καί ἁγία μητέρα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τήν Νόννα.

2). Στήν Ἀριανζό τῆς Καππαδοκίας, χωριό κοντά στήν μικρή πόλη Ναζιανζό, γεννήθηκε ἡ ἁγία Νόννα, μητέρα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Οἱ γονεῖς της Φιλτάτιος καί Γοργονία καταγόταν ἀπό ἔνδοξες καί εὔπορες οἰκογένειες, μά καί εὐσεβεῖς καί ἐνάρετες. Ἀνέθρεξαν τά παιδιά τους Ἀμφιλόχιο καί Νόννα χριστιανικά μέ πολλή φροντίδα καί ἐπιμέλεια.
Ὁ Ἀμφιλόχιος ἀναδείχθηκε δάσκαλος τῆς ρητορικῆς καί ἡ Νόννα ἦταν τό στολίδι καί ἡ χαρά τῆς οἰκογένειάς της. Σεμνή καί εὐσεβής, δέν τήν ἐπηρέαζε τό φρόνιμα τοῦ κόσμου. Ὅταν οἱ ἄλλες γυναῖκες κολακευόταν καί καμάρωναν γιά τήν ὀμορφιά τους, εἴτε φυσική εἴτε πλαστή μέ μπογιές καί ἀρώματα, αὐτή γνώριζε  μόνο καί ἐπεδίωκε τήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς . Ὡς ἀπορρίμματα (σκουπίδια καί ἀκαθαρσίες) περιφρόνησε τά βαψίματα καί τά τεχνητά κάλλη, τά ὁποῖα ἁρμόζουν στίς γυναῖκες τῆς σκηνῆς, δηλαδή στίς θεατρίνες, στίς ἀνήθηκες.
Ὅταν ἦρθε ὁ κατάλληλος καιρός, παντρεύτηκε τόν Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἑλκύεται ἀπό τά προσόντα καί τίς ἀρετές της. Ὁ Γρηγόριος σπούδασε νομικά καί ἦταν ἀνώτερος ὑπάλληλος. Ἦταν ὁ πρῶτος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Μεγάλος καί πλούσιος γαιοκτήμονας. Εἶχε στήν δούλεψή του πολλούς ὑπηρέτες. Ὁ πλοῦτος ὃμως δέν τοῦ πῆρε τά μυαλά, ὃπως συνήθως γίνεται μέ πολλούς ἄλλους. Ἦταν σώφρων, δίκαιος καί ἀγαπητός σέ ὅλους. Διακρινόταν γιά τήν τιμιότητά του. Ἀπέφευγε τόν ἄδικο πλουτισμό, τόν ὁποῖο ἄλλοι συνάδελφοί του ἐπεδίωκαν. Δέν πῆρε οὔτε μία δραχμή παράπάνω ἀπό αὐτό πού ἔπρεπε καί ἐδικαιοῦτο.   Ἐξακολουθοῦσε    νά  ζεῖ  μέ τιμιότητα καί ἀξιοπρέπεια. Ἡ ἐξουσία καί ἡ δύναμη δέν τόν ἔκαναν ἐγωϊστή, τυραννικό καί ὑπερφίαλο. Δέν κακομεταχειρίσθηκε καί δέν ἐκμεταλλεύθηκε ποτέ κανέναν. Ἦταν πάντοτε  συνετός καί συγκρατημένος.
 (Νά εἴχαμε καί σήμερα τέτοιους ἀνθρώπους γύρω μας, στίς διάφορες ὑπηρεσίες καί ἀξιώματα, πόσο πιό καλή θά ἦταν ἡ κοινωνία μας!). Τά ἠθικά αὐτά προσόντα ἱκανοποιοῦσαν τήν σύζυγό του, ἡ ὁποία καμάρωνε καί χαιρόταν γι᾿ αὐτά.
Παρ᾿ ὅλα αὐτά ὑπῆρχε στή σχέση τους ἕνα μελανό σημεῖο. Ὁ Γρηγόριος ἀνῆκε στό σύστημα τῶν Ὑψισταρίων, δηλαδή σέ μία αἵρεση, πού ἦταν ἕνα κράμα ἰουδαϊκῶν καί εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, γεγονός πού λυποῦσε βαθιά τήν ἁγία Νόννα. Παρά τίς δυσκολίες αὐτές δέν σκέφθηκε οὔτε στιγμή τό ἐνδεχόμενο τοῦ χωρισμοῦ, γιατί ἐκτιμοῦσε πολύ τά θετικά ὅλα τά ἄλλα γνωρίσματα τοῦ συζύγου της. Δέν σκοντάφτουμε στό ἕνα ἀρνητικό, πού ἔχει ὁ συνάνθρωπός μας, ἀλλά στά τόσα ἄλλα θετικά, γιά νά ἔχουμε καλές σχέσεις μαζί του καί νά πᾶμε μπροστά.
 Ὁ σύζυγός της, παρ᾿ ὅτι, ὃπως εἴπαμε, δέν ἦταν χριστιανός, ποτέ δέν τῆς φέρθηκε ἄσχημα. Ἀλλά κι᾿ ἐκείνη, ποτέ της δέν τόν πρόσβαλε. Τόν ἀγαποῦσε καί τόν σεβόταν. Τόν προέτρεπε μέ πολλή καλωσύνη καί τόν συμβούλευε νά γίνει χριστιανός καί νά βαπτισθεῖ. Προσευχόταν μέρα-νύχτα, παρακαλοῦσε τόν Θεό μέ δάκρυα στά μάτια νά φωτίσει τόν Γρηγόριό της. Ἔχει σφοδρή ἐπιθυμία νά τόν δεῖ χριστιανό, μέσα στήν Ἐκκλησία, στήν αὐλή τοῦ Θεοῦ καί τῆς σωτηρίας.
 Ἀκούραστη σέ ὑπομονή καί φροντίδες γι᾿ αὐτόν, κατόρθωσε στό τέλος νά κάμψει τήν ψυχή του. Ἡ ἁγία Νόννα μέ τήν καλωσύνη της, μέ τήν πραότητά της καί τήν πολλή-θερμή προσευχή, νίκησε. Τράβηξε τόν ἄντρα της στήν ὀρθόδοξη πίστη. Καί ξέρετε πότε πῆρε αὐτό πού ζητοῦσε; Πότε ἔγινε αὐτό πού ἢθελε; Ὅταν ἀπό νεαρή κόρη ἔγινε ὥριμη γυναίκα. Μετά τριάντα χρόνια γάμου. Εἴκοσι ἐτῶν παντρεύτηκε καί ἀπέδωσαν οἱ προσευχές καί οἱ νηστεῖες της, ὅταν ἔγινε πενῆντα ἐτῶν! Τότε ὁ ἄντρας της ἔγινε χριστιανός. Καί ὂχι μόνο ἔγινε χριστιανός, ὂχι μόνο βαπτίσθηκε, ἀλλά ἒγινε καί ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ. Ἡ Ἁγία Νόνα μέ τά καλά της λόγια, μέ τίς προσευχές καί τίς νηστεῖες της, μέ τό φωτεινό παράδειγμά της ὡδήγησε τόν σύζυγό της στόν Χριστό. Γι᾿ αὐτό εἲπαμε πολλές φορές καί δέν θά παύσουμε νά τό λέμε: Γυναῖκες, ἄν θέλετε, μπορεῖτε νά κάνετε θαύματα. Πρέπει ὅμως κι᾿ ἐσεῖς νά εἶσθε ἄνθρωποι ἀρετῆς, ὃπως ἡ μητέρα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, προσευχόμαστε, ζητοῦμε κάτι ἀπό τόν Θεό καί τό περιμένουμε σύντομα, τώρα, αὐτή τήν στιγμή. Καί ἄν δέν τό λάβουμε, ἀπογοητευόμαστε, ἐγκαταλείπουμε τήν προσευχή.
Γράφει ὁ γυιός της ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: Σέ ζητήματα πίστεως καί θεολογίας καθημερινά ἀναδεικνυόταν δασκάλα τοῦ συζύγου της. Σέ ὅλα τά ἄλλα ἦταν συνετό καί ἀναγκαῖο νά νικᾶται ἀπό τόν ἄντρα της. Ὑποχωροῦσε στίς ἀποφάσεις του, σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς συζυγίας, πού λέει αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν ὑποτάσσεσθε  ὡς τῷ Κυρίῳ. Γι᾿ αὐτό τήν θεωρεῖ ἄξια θαυμασμοῦ, ἀλλά περισσότερο θαύμαζε τόν πατέρα του, πού ὑπάκουε θεληματικά σ᾿ αὐτήν.
Ἕνα ἄλλο πρόβλημα, πού ἀπασχολοῦσε τήν ἁγία Νόννα καί πολύ τήν στενοχωροῦσε ἦταν ἡ ἀτεκνία της. Τόσα χρόνια παντρεμένοι καί δέν ἔκαναν κανένα παιδί. Καί μάλιστα ἤθελε νά εἶναι ἀγόρι. Καί αὐτό ὄχι γιά τόν ἑαυτό της. Νά καμαρώνει γιά τό παιδί της, ἀλλά γιά νά τό ἀφιερώσει, νά τό προσφέρει πάλι  στόν Θεό. Ἄλλες προσευχές καί ἄλλα δάκρυα. Μετά 25 χρόνια γάμου ὁ Θεός τούς ἔδωσε ἕνα παιδί κι᾿ αὐτό ἦταν κορίτσι, τήν Γοργονία, πού εἶναι Ἁγία τῆς Ἐκκλησίας μας.
 Ἡ Νόννα συνέχισε νά ζητάει ἀγόρι. Ἡ ἀριστοκράτισσα, ἡ ἀρχόντισσα θέλει νά ἔχει γυιό, γιά νά γίνει ἱερεύς. Ἄς τό ἀκούσουν οἱ σημερινοί γονεῖς, πού κλαῖνε καί χτυπιοῦνται, ὅταν ἕνα παιδί τους θελήσει νά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό. Παίρνουν φωτιά οἱ τηλεοράσεις, τά κανάλια ὃλα. Ἀπειλοῦν, καταριοῦνται, συκοφαντοῦν οἱ γονεῖς καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς. Ρίχνουν τόνους λάσπης. Τό λένε καί τό ξαναδείχνουν οἱ δημοσιογράφοι στά κανάλια τῶν τηλεοράσεων. Χύνουν ἄφθονο δηλητήριο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἱερωμένων. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι νά ἀφιερωθεῖ κάποιος στό Θεό. Κι᾿ ὕστερα θέλουμε νά λεγώμαστε χριστιανοί .
Καί πάλι θά ρωτήσω: Ὃταν τά παιδιά πέφτουν στήν κόλαση τῶν ναρκωτικῶν καί ἐκεῖ μέσα σβύνουν, ἀργοπεθαίνουν, γιατί δέν κλαῖνε οἱ γονεῖς; Ὅταν καταλήγουν σέ ἄλλες αἱρέσεις ἢ στόν σατανισμό, γιατί δέν χτυπιοῦνται οἱ γονεῖς; Ποῦ εἶναι τότε οἱ ὑπερευαίσθητοι δημοσιογράφοι; Ὅταν οἱ νέοι συλλαμβάνωνται στά δίχτυα τῆς ἀνηθικότητας, ὅταν οἱ νέες κατρακυλοῦν στά καταγώγεια τῆς διαφθορᾶς καί σαπίζουν μέσα στούς οἴκους ἀνοχῆς , γιατί δέν κλαῖνε, γιατί δέν φωνάζουν, γιατί δέν διαμαρτύρονται; Ποῦ πῆγε ἡ στενοχώρια τους, τό ἐνδιαφέρον τους καί ἡ εὐαισθησία τους γιά τούς νέους; Ἐ, ἐπιλογή τους εἶναι. Μά καί ἡ ἀφιέρωση στό Θεό ἐπιλογή τους εἶναι, γιατί τότε δέν τήν σέβονται; Γιατί δύο μέτρα καί δύο σταθμά;
Ὅταν ὁ πατέρας Γρηγόριος ἔγινε χριστιανός ὀρθόδοξος, τότε ὁ Θεός τούς ἔδωσε τόν ποροσδοκώμενο γυιό, τόν Γρηγόριο πού λαχταροῦσαν. Αὐτό πάει νά πεῖ καί ἄς τό βάλλουμε καλά στό μυαλό μας: Θέλουμε κάτι; ζητοῦμε κάτι ἀπό τόν Θεό; Πρῶτοι ἐμεῖς θά προσφέρουμε. Πρῶτα ἐμεῖς θά κάνουμε τό καλό, πρῶτα ἐμεῖς θά διορθωθοῦμε καί ὕστερα ὁ Θεός θά μᾶς δώσει αὐτό, πού ζητᾶμε. Τί κάνουμε κάθε φορά, πού ἐκκλησιαζόμαστε; Πρῶτα ἀνάβουμε τό κερί μας, ἀσπαζόμαστε τίς εἰκόνες καί μετά προσευχόμαστε, κατόπιν ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό, ὕστερα ὑποβάλλουμε τά αἰτήματά μας. Πρῶτοι ἐμεῖς θά κάνουμε τό καλό, τό σωστό καί ἔπειτα θά κάνει ὁ Θεός τό δικό του.
Ἡ ἁγία Νόννα θεωροῦσε πρῶτον καί καλύτερο, ἄριστο τρόπο διαπαιδαγώγησης καί ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν της τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γραπτό καί προφορικό. Ἐξ ἄλλου καί ἡ ἴδια στό πατρικό της σπίτι, σάν παιδούλα, αὐτά διδάχθηκε ἀπό τούς γονεῖς της. Ὁ σύζυγός της ἦταν κόσμος τῶν ἀνδρῶν, στολίδι, κόσμημα τῶν ἀνδρῶν. Αὐτή δέ ὄχι μόνο στολίδι τῶν γυναικῶν, ἀλλά καί ὑπόδειγμα ἀρετῆς, ἔφραφε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γιά τούς γονεῖς του.
Ἦταν πράγματι γυναίκα δραστήρια καί ἐνάρετη, ἐργατική καί οἰκονόμα, προβλεπτική καί νοικοκυρά. Ἔκανε ὅλες τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ ἀγόγγυστα, παρ᾿ ὅτι ἦταν εὐκατάστατη. Ἡ ρόκα καί τό ἀδράχτι ἦταν συχνά στά χέρια της καί οἱ χτύποι τοῦ ἀργαλιοῦ ἦταν ἡ καλύτερη μουσική της. Ἄν διαβάσουμε τήν Ἁγία Γραφή, αὐτά τά προσόντα βλέπουμε ὅτι πρέπει νά ἔχει ἡ γυναίκα.
Ἡ ἁγία Νόννα φρόντιζε γιά τό σπίτι της καί γιά τήν ψυχή της, ὅπως καί γιά τίς ψυχές τῶν δικῶν της ἀνθρώπων. Δέν ἔχανε τόν χρόνο της σέ φλυαρίες καί ἄσκοπες συζητήσεις καί ὑπερβολικά λόγια. Οὐδέ ἦλθε βέβηλον ἔπος, δηλαδή δέν βγῆκε ἀπό τό στόμα της ἄπρεπος λόγος, ἐκεῖνο τό στόμα, πού ἁγιάζεται μέ τήν προσευχή καί τήν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἐπίσης οὔτε ἔκανε, οὔτε δεχόταν ἀνωφελεῖς ἐπισκέψεις. Δέν ἄφησε νά τήν ἐπηρεάσει ἡ κοσμική ζωή τῶν συμπατριωτῶν της. Δέν ἐμόλυνε τήν ἀκοή της μέ ἄπρεπα τραγούδια, εἰδωλολατρικά ἤ θεατρικά. Τίποτε τό ἀνίερο δέν ἁρμόζει στά ἱερά.
Στά ἔργα τῆς φιλανθρωπίας εἶχε ὡς βοηθό καί συμπαραστάτη τόν Σύζυγό της. Τά χρήματά τους ἦταν κοινά, κοινή καί ἡ προθυμία νά προσφέρουν στούς πάσχοντες καί θλιβομένους. Συναγωνιζόντουσαν καί οἱ δυό τους γιά τό καλύτερο. Ὁ σύζυγός της τῆς εἶχε παραχωρήσει μεγάλη ἐλευθερία στό νά δίνει ἁπλόχερα χρήματα στούς φτωχούς, γιατί ἦταν ἐξαιρετική καί συνετή οἰκονόμος. Ἰδιαιτέρως ἔγινε στήριγμα στίς πονεμένες γυναῖκες καί στά ὀρφανά παιδιά. Σέ πολλές περιπτώσεις σήμερα οἱ γυναῖκες βοηθοῦν στά κρυφά, γιατί δέν τό θέλουν, δέν τίς τό ἐπιτρέπουν οἱ ἄντρες τους.
Συχνά ἡ ἁγία παρατηροῦσε τίς ταραγμένες καί διαλυμένες οἰκογένειες, πού εἶχαν πολλά προβλήματα, παρ᾿ ὅτι ἦταν πλούσιες καί μέ πολλά ὑλικά ἀγαθά. Αἰτία κατά τήν γνώμη της, γι᾿ αὐτήν τήν θλιβερή κατάσταση ἦταν ἡ ἁμαρτία, πού ἄνδρες καί γυναῖκες ἄφηναν νά τούς κυριεύσει. Οἱ ἄνδρες ὡς φιλάργυροι, σκληροί, φιλόδοξοι καί ἐγωϊστές, μέθυσοι καί βλάσφημοι, δημιουργοῦσαν στά σπίτια τους μάχες καί συγκρούσεις , πού κατέληγαν στήν ἀνατροπή τῆς οἰκογένειας, ἀκόμη καί σέ ἐγκλήματα.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά οἱ γυναῖκες φιλόνικες, πολύλογες, ὑπερήφανες καί γλωσσομάχες, ἀδιάφορες πολλές φορές γιά τά οἰκογενειακά τους καθήκοντα, περιφερόμενες στήν ἀγορά ἤ στή γειτονιά καί ὄχι ἐργαζόμενες στό σπίτι τους, γινόντουσαν ἀφορμή διαπληκτισμῶν καί ἀναστατώσεων στήν οἰκογένειά τους. Ἀλλά καί τά μεγάλα παιδιά τῆς οἰκογένειας μέ τίς κακίες, τά πάθη τους, τήν ἀνυπακοή καί παρανομίες τους δημιουργοῦσαν σοβαρά προβλήματα.  Πολλές ἀπό αὐτές τίς νοσηρές  καταστάσεις ἀντίκρυζε αὐτοπροσώπως ἤ τίς ἐπληροφορεῖτο ἀπό ἄλλους καί στενοχωριόταν γιά τήν κρίση στό θεσμό τῆς οἰκογένειας καί τοῦ γάμου, παρά τίς χριστιανικές ἀρχές τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς της.
Τά δύο ἀγόρια τῆς ἁγίας Νόννας ἔφυγαν γιά σπουδές, στήν ἀρχή στήν  Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καί μετά στήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, στήν Κωνσταντινούπολη καί στήν Ἀθήνα.
Γιά τήν κόρη της Γοργονία φρόντιζε νά γίνει καλή νοικοκυρά. Δέν τήν ἄφηνε ποτέ χωρίς δουλειά, ἄν καί μονάκριβη. ( Ἡ ἀργία εἶναι μήτηρ πάσης κακίας). Τῆς ἔμαθε νά ζώνεται τήν ποδιά, νά κεντᾶ, νά περιποιεῖται καί νά στολίζει τό σπίτι, ὥστε νά τήν ἀντικαθιστᾶ ἐπάξια σέ ὅλες τίς δοιλειές τοῦ σπιτιοῦ. Ἔτσι μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ Γοργονία ἔγινε πιστό ἀντίγραφο τῆς μητέρας της. Ἁπλῆ, στολισμένη μέ σωφροσύνη, γυναίκα τοῦ σπιτιοῦ σεμνή καί ντροπαλή σκληραγωγημένη ἀπό τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά καί ἀπό τίς πνευματικές ἀσκήσεις, νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή καί ἀπό τά ἔργα τῆς ἱεραποστολῆς καί φιλανθρωπίας. Ἀπαραίτητο πλοῦτο γιά μία γυναίκα θεωροῦσε τόν θησαυρό τῶν ἀρετῶν. Ἐνῷ γνώριζε τά πολλά καί ποικίλα ἐξωτερικά στολίδια τῶν γυναικῶν, θεωροῦσε ἀσιγκρίτως πολυτιμότερο τόν ἐσωτερικό στολισμό, τόν στολισμό τῆς ψυχῆς. Τό κοκκίνισμα τοῦ προσώπου ἀπό τήν αἰδώ, τήν ντροπή ἦταν πολύ ἀνώτερο ἀπό τά κόκκινα βαψίματα τοῦ σώματος καί μία λευκότητα ἀγαποῦσε, ὄχι αὐτήν τῶν ἐνδυμάτων ἤ τοῦ σώματος, ἀλλά τήν λευκότητα τῆς ἐγκρατείας καί τῆς ἁγνότητος.
Τελικά ἡ Γοργονία παντρεύθηκε ἕναν ἠθικό καί ἐνάρετο νέο τόν Ἀλύπιο. Ἔκανε τό καινούγιο της σπιτικό ἐντευκτήριο, κέντρο ὑποδοχῆς καί διδασκαλίας τῶν πιστῶν χριστιανῶν. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της ἦταν πάντοτε ἀνοιχτή. Κανείς ξένος δέν ἔμενε ἔξω. Ὅλους τούς ἔβαζε στό σπίτι της καί τούς περιποιόταν.
Ὁ Καισάριος, ὁ νεώτερος γυιός πέθανε ξαφνικά σέ ἡλικία 37 ἐτῶν, πρίν προλάβει νά ἱερωθεῖ. Σέ λίγο πεθαίνει καί ἡ Γοργονία καί μάλιστα ἀφήνει ἕξι μικρά παιδιά. Μετά ἀπό λίγους μῆνες πεθαίνει καί ὁ σύζηγός της Ἀλύπιος καί τά ὀρφανά ἀναλαμβάνει νά μεγαλώσει ἡ γιαγιά, ἡ ἁγία Νόννα.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος γράφει μέ θαυμασμό γιά τήν μητέρα του: Ἦταν καρτερικωτάτη καί ἀνδρικωτάτη γυναίκα. Τό πιό ἀξιοθαύμαστο εἶναι, ὅτι ποτέ δέν λύγισε ἀπό τόν σωματικό καί ψυχικό πόνο. Ποτέ δέν ἄφησε νά βγεῖ κραυγή γοερή ἀπό τό στόμα της, μόνο εὐχαριστία. Δέν ἄφησε νά κυλήσουν δάκρυα ἀπό τά βλέφαρά της, πού μυστικά εἶχαν σφραγισθεῖ. Ἤξερε νά συγκρατεῖ τό πένθος της, μολονότι συχνά τήν ἔβρισκαν πολλές θλίψεις, ἀκόμη καί σέ λαμπρές ἡμέρες. Εἶναι γνώρισμα ψυχῆς θεοφιλοῦς νά ὑποτάσσει στά θεῖα κάθε τί τό ἀνθρώπινο.
Ὅταν πέθανε ἡ ἁγία, ἔγραφε ὁ Θεολόγος Γρηγόριος: Ἀστραφτερός, ὁλοφώτεινος ἄγγελος σέ πῆρε, ἐκεῖ πού προσευχόσουν. Ἡ Παναγία Τριάς, πού ποθοῦσες, τό ἑνιαῖο φῶς, τό κοινό σέβασμα σέ ἅρπαξε ἀπό τόν Ναό πού προσευχόσουν, καί σέ ἔβαλε στόν μεγάλο, τόν ἐπουράνιο Ναό. Πέτυχες τέλος καθαρότερο ἀπό τήν ζωή σου, Νόννα. Αὐτό τό ἅγιο τέλος νά ἀξιώσει ὅλους μας ὁ Θεός. Τιμοῦμε τήν μνήμη της στίς 5 Αὐγούστου.
Ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἡ ὥρα πέρασε κι᾿ ἐμεῖς πρέπει νά τελειώσουμε. Λίγα λόγια θά ποῦμε γιά τήν τρίτη ἁγία, τήν Ἀνθούσα, τήν μητέρα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὄχι γιατί εἶναι κατώτερη καί ὑπολείπεται ἀπό τίς ἄλλες, μά γιατί δέν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νά ποῦμε περισσότερα.
Καταγόταν καί αὐτή ἀπό πλούσια καί εὐγενική οἰκογένεια τῆς Ἀντιόχειας. Ὅμως δέν θεωροῦσε τά ὑλικά ἀγαθά καί τήν ἀριστοκρατική καταγωγή της πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας, ἀλλά τήν χριστιανική εὐσέβεια καί τήν ἐσωτερική εἰρήνη. Γιά τά πολλά χαρίσματα καί τίς ἀρετές της τήν διάλεξε ὡς σύζυγο ὁ Σεκοῦνδος, ἕνας νέος χριστιανός, ἐνεργό μέλος τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, πού καταγόταν καί αὐτός ἀπό πλούσια καί ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Εἶχε ἀναδειχθεῖ μάλιστα ἀνώτερος ἀξιωματικός στή Συρία.
Δυστυχῶς ὅμως ὁ γάμος αὐτός δέν κράτησε πολύ. Ἦταν βρέφος, μηνῶν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του καί ἡ μητέρα του ἔμεινε χήρα σέ ἡλικία μόλις εἴκοσι ἐτῶν.
Πολλοί ἄντρες τήν ζήτησαν σέ γάμο. Ἄλλοι γιά τήν πίστη καί τήν καλωσύνη της καί ἄλλοι γιά τήν μεγάλη της περιουσία, ἀλλά ἡ Ἀνθούσα ἀρνήθηκε, τούς ἀπέρριψε ὅλους καί ἀφοσιώθηκε στήν χριστιανική ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ της. Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν μετέπειτα διδασκαλία του προτρέπει τούς γονεῖς νά συνδέσουν τά παιδιά τους, ἀπό μικρή ἡλικία, μέ τόν γραπτό καί προφορικό χριστιανικό λόγο καί τήν μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν.
Σκεφθεῖτε τώρα μία νεαρή κοπέλα, ὄμορφη, πλούσια, ἀνεξέλεγκτη, χωρίς ἀφεντικά στό κεφάλι της, τί μποροῦσε νά κάνει, πῶς θά ζοῦσε, σέ τί κατήφορο ἦταν ἐνδεχόμενο νά κυλήσει.
Ὅμως δέν συνέβη κάτι τέτοιο. Ἡ νεαρή καί ἐνάρετη χήρα Ἀνθούσα ἦταν παράδειγμα σωφροσύνης, ἁγνότητας καί καθαρῆς ζωῆς, γιατί εἶχε φόβον Θεοῦ. Δέν τήν ἐνδιέφεραν καθόλου τό κοσμικό πνεῦμα καί οἱ κοσμικές συγκεντρώσεις. Ἡ ἐνδυμασία της, τά λόγια της καί ὅλη ἡ ἐν γένει συμπεριφορά της, ὅλα μιλοῦσαν γιά τήν ξεχωριστή προσωπικότητά της. Ὅλοι, χριστιανοί καί εἰδωλολάτρες τήν θαύμαζαν. Αὐτήν εἶχε ὑπ᾿ ὄψιν του ὁ δάσκαλος τοῦ γυιοῦ της Λιβάνιος, ὅταν ἔλεγε, κοιτᾶξτε, τί γυναῖκες ἔχουν οἱ χριστιανοί.
Σήμερα ἀπό πολλούς χριστιανούς καί χριστιανές ὁ κόσμος τραβάει γιακά καί γινόμαστε αἰτία ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, νά βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ νεαρός Ἰωάννης συνδέθηκε μέ ἄλλους  εὐσεβεῖς νέους καί ἀποφάσισαν νά μονάσουν, νά ἀσπασθοῦν τόν ἐρημικό βίο. Ὅταν τό πληροφορήθηκε ἡ μητέρα του, τόν παρεκάλεσε νά μή φύγει ἀπό κοντά της καί τήν ἀφήσει χήρα γιά δεύτερη φορά. Μήπως πόσο ἀκόμη θά ζήσει; Νά μή παντρευτεῖ, ἀφοῦ αὐτό θέλει, ἀλλά νά ζεῖ κοντά της τόν μοναχικό βίο. Νά ζεῖ ὡς ἀσκητής ἀφιερωμένος ἐξ ὁλοκλήρου στόν Θεό. Καί ὁ Ἰωάννης τήν ἄκουσε, δέν τῆς χάλασε τήν ἐπιθυμία, τό χατήρι πού λέμε πιό ἁπλά.
 Μετά δύο χρόνια ἡ Ἀνθούσα πέθανε σέ ἡλικία 43 ἐτῶν. Τότε ἐλεύθερος πλέον ἀπό τίς οἰκογενειακές του ὑποχρεώσεις, μοίρασε τήν μεγάλη πατρική του περιουσία στούς φτωχούς καί ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο.
Μποροῦμε λοιπόν, ἄν θέλουμε, ὑπάρχει τρόπος καί μέ τόν Θεό νά τά πᾶμε καλά καί τούς γονεῖς μας νά μή περιφρονήσουμε, κανένα νά μή στενοχωρήσουμε. Τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν. Ὁ Θεός ὅλα τά βολεύει, προσφέρει πάντοτε τήν καλύτερη λύση, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά θέλουμε νά τόν ἀκούσουμε καί νά τόν ἀκολουθήσουμε.
     Ἀγαπητοί μου, τελείωσα.
Ὁ Ἀρχιμήδης τῆς ἀρχαιότητας εἶπε, δόσε μου τόπο νά σταθῶ καί θά κινήσω ὅλη τήν γῆ. Κι᾿ ἐγώ σᾶς λέω, δόστε μου καλές γυναῖκες, ἅγιες μητέρες καί μπορῶ νά ἀλλάξω τό πρόσωπο τῆς γῆς, θά τήν κάνω ἀγνώριστη, φυσικά πρός τό καλύτερο. Ὅλος ὁ κόσμος νά χαλάσει, νά γίνουν τά πάνω κάτω, δέν ἔγινε δά καί τόσο μεγάλο κακό. Ἄν ὅμως χαλάσουν οἱ γυναῖκες, τό πᾶν ἀπώλετο. Χάθηκε τό πᾶν, γιατί πάρα πολλά, ἄν ὄχι ὅλα, ἐξαρτῶνται ἀπό αὐτές. Οἱ γυναῖκες δέν εἶναι τό ἀσθενές φύλο. Εἶναι ἰσχυρότατο καί ὅ,τι δήποτε βάλλουν στό μυαλό τους τό πετυχαίνουν. Ἔχουν τεράστια δύναμη καί ἐπιρροή ἀνυπολόγιστη πάνω στούς ἄντρες τους καί στά παιδιά τους. Ἀρκεῖ νά εἶναι καλές καί ἅγιες σάν τίς μητέρες τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἄν δέν εἶναι, τότε θά κάνουν μεγάλο κακό, θά ἐπηρεάσουν ἀρνητικά κοινωνίες ὁλόκληρες.
Κάποτε μία μητέρα πλησίασε τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας της καί τοῦ ἔκανε παράπονα γιά τόν γυιό της. Ἦταν ἄντρας ὁλόκληρος 38 χρόνων καί δέν τήν ἄκουγε. Τῆς φερόταν πολύ ἄσχημα, τῆς ἀντιμιλοῦσε, τήν περιφρονοῦσε, ξενυχτοῦσε, ξόδευε ἄσκοπα τά χρήματά της κ.ἄ. Ὁ ἱερεύς τήν ἐρώτησε. Κυρία μου, ἀπό πότε ἔχετε νά ἐξομολογηθεῖτε; Τἄχασε ἐκείνη. Ἄλλα περίμενε νά ἀκούσει καί ἄλλα τῆς λέει ὁ ἱερεύς. Μετά τό πρῶτο ξάφνιασμα τοῦ ἀπάντησε, ὅτι ἀπό τότε πού παντρεύτηκε δέν προσῆλθε στά Ἅγια Μυστήρια. Ἐ, τότε μή διερωτώμεθα τί φταίει. Ὅταν εἴμαστε 40 χρόνια, δηλαδή μιά ζωή ὁλόκληρη χωρίς Χριστόν, μακρυά ἀπό τήν Ἐκκλησία, μακρυά ἀπό τά Μυστήρια τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως καί τῆς Θείας Κοινωνίας, αὐτά τά ἀποτελέσματα θά ἔχουμε. Καί ἐμεῖς θά εἴμαστε τῆς κακιᾶς ὥρας, ἀλλά καί στά παιδιά μας δέν θά μποροῦμε νά ἐπιβληθοῦμε, δέν θά μπορέσουμε νά τά διδάξουμε τό σωστό. Καί βέβαια θέλουμε πάντοτε νά ἐπιρρίπτουμε τήν εὐθύνη στούς ἄλλους καί νά ἀθωώνουμε τούς ἑαυτούς μας.
Πρέπει νά ξέρουμε, ὅτι ἡ καλύτερη διαπαιδαγώγηση εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική. Νά συνδέσουμε μικρούς καί μεγάλους μέ τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Νά προχωρήσουν στήν πίστη καί στά πνευματικά. Νά ἔχουν φόβο Θεοῦ. Καί ἄν ἐμεῖς δέν διδάξουμε τό καλό  στά παιδιά μας μέ ἔργα καί λόγια, νά ξέρετε σίγουρα θά βρεθοῦν τόσοι ἄλλοι, πού θά τά διδάξουν τό στραβό, τό κακό καί τήν ἁμαρτία.
Κι᾿ ἕνα τελευταῖο: Ἀκοῦμε πολλούς νά παραπονοῦνται καί νά τά βάζουν μέ τόν Θεό. Τί ἔκανα, Θεέ μου;  σέ τί ἔφταιξα καί ἔχω τόσα βάσανα στή ζωή μου; Καί τά λέμε αὐτά, γιατί ἔχουμε τήν ἐσφαλμένη ἐντύπωση, ὅτι εἴμαστε καλοί καί ἅγιοι. Οἱ ἅγιες γυναῖκες, γιά τίς ὁποῖες μιλήσαμε, δέν εἶχαν θλίψεις στή ζωή τους; Εἶχαν καί μάλιστα πολλές, ἀρρώστιες, θανάτους, ἁρπαγή τῆς περιουσίας τους, ὅπως προείπαμε καί τόσα ἄλλα. Σέ τί ἔφταιξαν; ἅγιες ἦταν. Ἔτσι εἶναι αὐτή ἡ ζωή καί ὀνομάζεται κοιλάς τοῦ κλαυθμῶνος. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἀντιμετωπίζουμε ὅλα τά λυπηρα μέ πίστη στό Θεό, μέ ὑπομονή καί καρτερία, ὅπως ὁ δίκαιος Ἰώβ καί οἱ μητέρες τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν.
Ἄς ἔχουμε πάντοτε ὑπ᾿ ὄψι μας τήν κατά Θεό ζωή τους, τό φωτεινό παράδειγμά τους καί ἄς κάνουμε τόν ἀγώνα μας, τήν προσπάθειά μας νά τίς μοιάσουμε, νά τίς μιμηθοῦμε, γιά νά ἔχουμε τήν βοήθειά τους, καί μέ τίς εὐχές καί πρεσβεῖες τους νά ἐπιτύχουμε τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-