Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή Ε΄ Λουκᾶ (30-10-2011).

         Μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου.

Ὁ πλούσιος τῆς σημερινῆς παραβολῆς μέσα ἀπό τόν ἅδη, ἀπό τήν φοβερή κόλαση φωνάζει, παρακαλεῖ τόν Ἀβραάμ, ἱκετεύει νά στείλει τόν Λάζαρο, νά βρέξει μέ νερό τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καί νά ἔρθει νά δροσίσει τήν γλῶσσα του, γιατί ὑποφέρει, βασανίζεται, καίγεται μέσα σ᾿ αὐτήν τήν φοβερή φωτιά. Τί λυπηρό! Αὐτός πού κολυμποῦσε σέ περίσσεια ὑλικῶν ἀγαθῶν, πού δέν ἤξερε τί θά πεῖ στέρηση, πού ζοῦσε ζωή χαρισάμενη, τώρα δέν ἔχει τίποτε, οὔτε μία σταγόνα νερό.
Ὁ Ἀβραάμ τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες ὅλα τά καλά στήν ἐπίγεια ζωή σου καί ὁ Λάζαρος γεύθηκε ὅλα τά κακά, τά ἄσχημα, γνώρισε τόν πόνο καί τήν δυστυχία σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο. Θυμήσου πῶς ζοῦσες ἐσύ καί πῶς περνοῦσε ὁ φτωχός Λάζαρος.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ζεῖ καί θυμᾶται. Θυμᾶται καί ζεῖ. Δέν ὑπάρχει ζωή χωρίς θύμηση. Αὐτός πού δέν θυμᾶται, πού δέν ἔχει μνήμη εἶναι νεκρός. Ἡ μνήμη εἶναι ἡ ἀποθήκη τῆς ζωῆς. Ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτά πού ἔχουμε καί διατηροῦμε στό νοῦ καί στήν σκέψη μας. Πῶς ἦταν ἡ ἐπίγεια πορεία μας.
Ἀπό τά λόγια τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ διαπιστώνουμε πώς οἱ νεκροί, οἱ ψυχές διατηροῦν τήν ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τους. Αὐτές οἱ ἀναμνήσεις θά εἶναι οἱ βασανιστές τους. Καί σ᾿ αὐτήν τήν ζωή καλούμεθα νά ἐνθυμούμεθα κάποια πράγματα, ἀλλά πεισματικά τό ἀποφεύγουμε. Ἐκεῖ ὅμως ἡ μνήμη μας θά ἐνισχυθεῖ τόσο, ὥστε θέλοντας καί μή θά ἐνθυμούμεθα ὅλη τήν ζωή μας. Καί αὐτό θά συντελεῖ στήν χαρά τῶν δικαίων ἤ στήν θλίψη τῶν ἁμαρτωλῶν.
Λοιπόν Ἀβραάμ ἐπιμένει καί λέει στόν πλούσιο, θυμήσου. Θυμήσου, ὅτι ἀπόλαυσες ὅλα τά ἀγαθά στή ζωή σου. Θυμήσου πόσο ἀσυνείδητος, πόσο σκληρός καί ἀνάλγητος ἤσουν ἀπέναντι στόν φτωχό Λάζαρο, πού τόν εἶχες κάθε μέρα μπροστά σου. Θυμήσου πόσο προκλητικός ἤσουν μέ τά λαμπρά σου ἐνδύματα, μέ τά πλούσια τραπέζια μπροστά στόν γυμνό καί πεινασμένο. Θυμήσου τίς ἀσταμάτητες διασκεδάσεις σου μπροστά στά μάτια τοῦ δυστυχισμένου. Θυμήσου τί καλό μποροῦσες νά κάνεις καί δέν ἔκανες. Θυμήσου, ὅτι ποτέ δέν ἔδωσες ἕνα κομμάτι ψωμί, ἕνα πιάτο φαγητό στόν φτωχό. Τά σκυλιά ὅμως τοῦ ἐπέτρεπαν νά πάρει λίγα ψίχουλα, ἀπό ἐκεῖνα πού οἱ ὑπηρέται πετοῦσαν σ᾿ αὐτά. Θυμήσου ὅτι ποτέ σου δέν ἔριξες ἕνα στοργικό βλέμμα στόν πληγωμένο Λάζαρο. Τά σκυλιά ὅμως ἀποδείχθηκαν πολύ καλύτερα ἀπό ἐσένα, ἀφοῦ αὐτά αὐτά τόν ἐπλησίαζαν, τοῦ ἔγλυφαν τίς πληγές καί ἔτσι κάπως τόν ἀνακούφιζαν ἀπό τόν πόνο καί τήν περιφρόνηση καί τήν ἐγκατάλιψη. Θυμήσου τήν τυραννικότητά σου, τήν φαύλη ζωή σου. Αὐτές οἱ θύμησες εἶναι πού σέ βασανίζουν. Μόνος σου ἔφτιαξες τά δεσμά τῆς κόλασής σου, ὅπως καί ὁ Λάζαρος μόνος του κέρδισε τόν παράδεισο.
Ὁ φτωχός Λάζαρος θυμόταν τήν ἀδικία καί τήν περιφρόνηση καί δέν ἐπαναστατοῦσε, δέν ὀργιζόταν, δέν τόν κατηγόρησε ποτέ. Θυμόταν τήν δική του πραότητα, τήν ὑπομονή πού ἐπέδειξε, τήν καρτερία πού τόν κοσμοῦσε. Θυμόταν τήν πίστη πού εἶχε στήν αἰωνιότητα καί τήν ἐμπιστοσύνη στήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ. Θυμόταν τίς προσευχές του, τήν ἐλπίδα πού  εἶχε ἀποκειμένη στή θεία πρόνοια. Θυμόταν τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ὅτι τόν ἐδημιούργησε ἐκ τοῦ μηδενός καί τώρα τοῦ ἑτοίμασε τόπον ἀναπαύσεως στήν Βασιλεία του.
Αὐτά θυμόταν ὁ πλούσιος, αὐτά θυμόταν καί ὁ φτωχός Λάζαρος. Ὁ μέν ὀδυνᾶται, ὑποφέρει μέσα στίς φλόγες τῆς κολάσεως, ὁ δέ παρακαλεῖται, ἀπολαμβάνει καί ἀγάλλεται.
Ἄς ἔρθουμε τώρα σ᾿ ἐμᾶς. Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τί πρέπει νά θυμώμαστε; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι στήν Ἁγία Γραφή καί στά συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὑποδεικνύει τί πρέπει νά θυμώμαστε. Ἄς ποῦμε κάποιες περιπτώσεις.
Μνήσθητι τοῦ κτίσαντός σε. Νά θυμώμαστε τόν Θεό, πού μᾶς ἐδημιούργησε. Ὅτι εἴμαστε ὑψηλῆς καί τιμητικῆς καταγωγῆς καί προελεύσεως ἄνθρωποι. Εἴμαστε δημιουργήματα καί εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὄχι  ἀποτέλεσμα τύχης, δέν καταγόμαστε ἀπό τόν πίθηκο. Μή ζοῦμε λοιπόν ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ, σάν νά μή γνωρίζουμε καθόλου τόν Θεό. Νά στρέφουμε τά μάτια μας, τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας στόν οὐρανό.
Μνήσθητι ὅσα ἐποίησε ὁ Κύριος. Ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ὅλη ἡ κτίσις εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη μή ξεχνοῦμε ὅλα τά καλά, ὅλες τίς εὐεργεσίες, πού μᾶς ἔκανε ὁ Θεός καί μή λησμονοῦμε νά τόν εὐχαριστοῦμε γιά τίς πολλές δωρεές καί εὐλογίες Του.
Μνησθήσεσθε πασῶν τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ. Νά θυμώμαστε τίς ἐντολές του, τόν θεῖο Νόμο Του, τό ἅγιο θέλημά Του καί νά τό ἐφαρμώζουμε στή ζωή μας. Καί μάλιστα νά θυμώσταστε, ὄχι κάποιες ἐντολές, ἀλλά ὅλες. Δέν μποροῦμε νά καταλύσουμε οὔτε μία τῶν ἐντολῶν τῶν ἐλαχίστων, γιατί τότε δέν θά εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Μνήσθητι πατρός καί μητρός σου. Θυμήσου τούς γονεῖς σου. Μή τούς ξεχνᾶς, μή τούς λησμονεῖς, μή ἀδιαφορεῖς, μή τούς παραπετᾶς σάν κάτι ἄχρηστο, σάν νά σοῦ ἦταν βάρος καί ἐμπόδιο. Ἀλλά τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου. Νά τούς τιμᾶς, νά τούς ἀγαπᾶς, νά τούς σέβεσαι, νά τούς βοηθᾶς, νά τούς ὑπηρετεῖς. Μή  ἀδιαφορήσεις ποτέ γι᾿ αὐτούς. Πάρε τήν εὐχή τους, θά σοῦ εἶναι πολύ χρήσιμη καί ὠφέλιμη. Δέν προκόπτεις στή ζωή χωρίς τήν εὐχή τῶν γονέων σου. Εὐχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων.
Μνησθήσεσθε τάς ὁδούς ὑμῶν τά πονηράς. Αἰσχύνθητε καί ἐντράπητε ἐκ τῶν ὁδῶν ὑμῶν. Θυμηθεῖτε τίς ἁμαρτίας σας, λέγει ὁ Κύριος, τά ἔργα σας τά πονηρά καί ντραπεῖτε γι᾿ αὐτά. Μετανοεῖστε, γιά νά ἀποφύγετε τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ἐξομολογηθεῖτε, γιά νά ἡρεμήσετε καί νά ἀπαλλαγεῖτε ἀπό τήν ἐνοχή καί τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν σας.
Μνήσθητι τά ἔσχατά σου καί παῦσαι ἐχθραίνων. Νά θυμηθοῦμε τά ἔσχατα, τό τέλος τῆς ζωῆς μας, ὅτι εἴμαστε περαστικοί, ὅτι κάποια μέρα ὅλοι θά φύγουμε ἀπό αὐτήν τήν ζωή καί θά πᾶμε νά συναντήσουμε τόν δίκαιο Κριτή. Αὐτή ἡ ἐνθύμησις θά ἀποτελέσει ἀνασταλτικό παράγοντα, ἐμπόδιο καί φραγμό στήν ἁμαρτία μας.
Μνήσθητι τήν ἡμέραν τῶν Σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. Τό Σάββατο γιά τούς Ἑβραίους, ἡ Κυριακή γιά μᾶς τούς Χριστιανούς εἶναι ἡμέρα ἀργίας. Εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στόν Θεό. Σταματοῦμε τίς ἄλλες ἐργασίες μας καί ἐργαζόμαστε γιά τόν ἁγιασμό μας, γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι ἁμαρτία νά καταπατοῦμε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς. Κάνουμε μεγάλο κακό στήν ψυχή μας.
Αὐτά νά θυμηθοῦμε , ἀγαπητοί μου, νά τά ἐφαρμώσουμε, νά τά τηρήσουμε, ὥστε νά μή μνησθεῖ, νά μή ἐνθυμηθεῖ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας, ἀλλά κατά τό πολύ ἔλεός Του νά θυμηθεῖ ὅλους ἐμᾶς στήν βασιλεία του τήν ἐπουράνια. Ἀμήν.-

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011


Μαρία ο Κύριος μετά σου - Παναγιώτης Νεοχωρίτης

Κυριακή Δ΄Λουκᾶ, τοῦ σπορέως (16-10-2011).

Ὁ σπόρος ἐστίν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Σύμφωνα μέ τήν παραβολή τοῦ σπορέως ὁ γεωργός ἔσπειρε στό χωράφι του σπόρο καλό. Οἱ σπόροι ἔπεσαν σέ διάφορα μέρη τοῦ χωραφιοῦ, μά δέν καρποφόρησαν ὅλοι.  Αὐτό συμβολίζει τούς ἀνθρώπους, πού δέν ἔχουν ὅλοι γόνιμο ἔδαφος στίς ψυχές τους. Αὐτό γινόταν τότε πού τά ἔλεγε ὁ Κύριος καί δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ νά συμβαίνει ἀκόμη καί σήμερα.
Εἶναι μεγάλη εὐλογία τό ὅτι στήν πατρίδα μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀκούγεται πλούσια. Τόσα κηρύγματα γίνονται, ὁμιλίες, κατηχητικά, τόσα θαυμάσια βιβλία κυκλοφοροῦν, τόσες θρησκευτικές ἐκπομπές σέ ραδιόφωνο καί τηλεόραση πραγματοποιοῦνται, μά οἱ περισσότεροι ἀδιαφοροῦν, γιατί ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πνίγονται στά προβλήματα τῆς καθημερινότητας, στίς μέριμνες τοῦ βίου, ἔχουν ἄλλα ἐνδιαφέροντα καί καταντᾶ ἡ καρδιά τους χέρσα γῆ, ἀκαλλιέργητη, πετρώδης, γεμάτη ἀγκάθια.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος παρομοιάζει τόν λόγο του μέ σπόρο; Γιατί ὁ σπόρος κρύβει μέσα του πολλές καί μεγάλες μυστικές δυνάμεις. Ὅταν ὁ σπόρος πέσει μέσα στή γῆ καί βρεῖ τίς κατάλληλες προϋποθέσεις, ἀναπτύσσεται καί φέρνει ζωή. Πιστεύω πώς ἔχετε δεῖ ἕναν σπόρο νά πέφτει στήν σχισμή κάποιου τάφου. Ὅταν φυτρώσει καί ἀρχίσει νά ἀναπτύσσεται τό φυτό, σπάζει τά μάρμαρα καί διαλύει τόν τάφο. Ἤ ἄλλοτε πάλι τά δέντρα, πού εἶναι φυτεμένα στά πεζοδρόμια, μέ τίς ρίζες τους σπάζουν τό πλακόστρωτο καί τό τσιμέντο.
Ἔτσι φέρνει ζωή, δημιουργεῖ ζωή ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ξυπνάει καί ἀνασταίνει τόν πνευματικά νεκρό ἄνθρωπο. Ρίχνει ἄπλετο φῶς καί διαλύει τά σκοτάδια τῆς ψυχῆς του. Μεταβάλλει καί ἀναγεννᾶ τόν ἄνθρωπο, ἐφόσον εἶναι γεμᾶτος θεία χάρη, εἶναι ἀγωγός θείας χάριτος.
Ὅπως ἡ βροχή πέφτει σταγόνα-σταγόνα, ποτίζει καί μαλακώνει τήν κατάξερη γῆ, ἔτσι καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅταν τόν δεχτοῦμε, δημιουργεῖ μέσα μας δροσιά, γι᾿ αὐτό καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σέ κάποιο σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου τόν ὀνομάζει ὕδωρ ζῶν. Σιγά-σιγά κατανύσσει καί ἀνυψώνει τόν ἄνθρωπο, τόν καθαρίζει ἀπό τόν ρύπο τῆς ἁμαρτίας. Ἀναπαύει καί ἠρεμεῖ τόν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο. Νέα φρονήματα, νέες σκέψεις ἀναπτύσσονται. Νέοι πόθοι, νέα ἐνδιαφέροντα δημιουργοῦνται. Ἀπό ἄλλα θέλγεται πλέον ἡ καρδιά μας. Ἀλλιῶς βλέπουμε καί κρίνουμε τά πράγματα γύρω μας. Ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος ἀποκτᾶ ἀνώτερη ποιότητα. Ἔτσι μυστικά καί ἀθόρυβα συντελεῖται ὁ ἁγιασμός μας.
Τήν νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου εἶπε ὁ Κύριος στούς μαθητάς του: Ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστέ. Γιατί εἶναι καθαροί οἱ μαθηταί; Διά τόν λόγον ὅν λελάληκα ὑμῖν. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἄκουγαν ἐπί μία τριετεία, τούς καθάρισε. Ἀλλοῦ πάλι εἶπε: Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ, πνεῦμα ἐστί καί ζωή ἐστίν. Ὁ λόγος ὁ ἐμός ἀλήθεια ἐστίν. Καί ἀλλοῦ πάλι, ἁγίασον αὐτούς τῇ ἀληθείᾳ σου, ὁλόγος ὁ σός ἀλήθεια ἐστί. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦἔχει μέσα του Πνεῦμα Ἅγιο καί αἰώνια ζωή. Ἐπειδή εἶναι ἀλήθεια, εἶναι ἀληθινός, μπορεῖ καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο.
Ὅταν κάποιος δέν ἀκούει, δέν θέλει νά ἀκούσει, τότε σκληραίνεται ἡ καρδιά του καί γεμίζει ἀγκάθια. Τά πάθη κυριαρχοῦν στήν ψυχή του, φθείρεται ὁ ἄνθρωπος καί χάνεται, ἀφοῦ ζεῖ μακρυά καί ἔξω ἀπό τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν καί πέφτει στήν παγίδα τοῦ διαβόλου. Τόσο σπουδαῖο καί ὀφέλιμο εἶναι νά ἀκούει κανείς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως τόσο κακό εἶναι νά ἀδιαφορεῖ γι᾿ αὐτόν. Ὁ Χριστός μακάρισε ὅσους τρέχουν στά κηρύγματα καί ἔχουν λαχτάρα νά ἀκούσουν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ, εἶπε. Μή λησμονοῦμε, ὅτι ὅλη ἡ δημιουργία ἔγινε μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶπε καί ἐγενήθησαν.
Ἀγαπητοί μου,
Ἡ μελέτη ἤ ἡ ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι πάρεργο, κάτι χωρίς ἀξία. Οὔτε εἶναι μόνο γιά τούς Ἱερεῖς καί τούς θεολόγους. Δέν εἶναι γιά τούς ἀργόσχολους, μόνο γιά τά γεροντάκια, γι᾿ αὐτούς πού δέν ἔχουν δουλειά, ἀλλά γιά ὅλους μας.
 Σέ κάθε θεία Λειτουργία ὁ Χριστός μᾶς προσκαλεῖ νά γευθοῦμε δύο οὐράνιες τροφές, πού βρίσκονται πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα. Τί εἶναι πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα; Τό ἅγιο δισκοπότηρο καί τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Συνεπῶς πρέπει νά γευθοῦμε τά δύο αὐτά, τήν Θεία Κοινωνία καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι καθόλου σωστό, ἀλλά μεγάλη ἁμαρτία νά κοινωνοῦμε μέ προθυμία τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά νά περιφρονοῦμε τόν λόγο του, τό θεῖο κήρυγγα. Ὅπως εἶναι μεγάλη ἁμαρτία νά περιφρονοῦμε τήν Θεία Κοινωνία, τό ἴδιο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι νά περιφρονοῦμε καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Στήν θεία Λειτουργία ὁ ἱερεύς δανίζει τά χέρια του στόν Χριστό κι᾿ εἶναι Ἐκεῖνος πού λειτουργεῖ  μέ τά χέρια τοῦ ἱερέως. Ἔτσι καί στό θεῖο κήρυγμα ὁ ἱερεύς δανίζει τήν γλώσσα καί τό στόμα του στόν Χριστό καί ὁμιλεῖ Ἐκεῖνος μέ τό στόμα τοῦ ἱερέως. Τήν ὥρα τοῦ κηρύγματος ὁ Χριστός σπέρνει στίς καρδιές μας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Γι᾿ αὐτό μέ προθυμία νά ἀκοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί νά μή δυσανασχετοῦμε, ἐπειδή ἡ Θεία Λειτουργία θά ἀργήσει λίγα λεπτά παραπάνω.
Ἄς εἶναι ἀνοιχτά πάντοτε τά αὐτιά καί οἱ καρδιές μας στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά μπαίνει μέσα μας καί νά καρποφορεῖ, νά μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀρετή καί στήν σωτηρία. Ἀμήν.-


Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011



Κυριακή Γ΄Λουκᾶ (9-10-2011).

 Κοντά στήν πύλη τῆς Ναΐν γίνεται μία σημαντική συνάντησις.  Ὁ Χριστός μέ τήν συνοδεία του συναντᾶ μιά ἄλλη συνοδεία, συνοδεία πένθιμη. Μιά χαροκαμένη μάνα, πού πρίν ἀπό λίγο ἔθαψε τόν ἄνδρα της, τώρα ὁδηγεῖ στά μνήματα καί τό μονάκριβο παιδί της.
Ὁ Χριστός τήν βλέπει νά κλαίει σπαρακτικά καί τήν σπλαχνίζεται, τήν λυπᾶται. Μή κλαῖς, τῆς εἶπε στοργικά. Ὕστερα ἀπευθύνεται στό νεκρό παιδί καί σήκω ἐπάνω τοῦ λέει. Τόν πιάνει ἀπό τό χέρι καί ζωντανό πλέον τόν παραδίδει στήν μητέρα του.  Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι ἐθαύμασαν καί δόξασαν τόν Θεό. Εἶπαν, ὅτι μεγάλος προφήτης φάνηκε ἀνάμεσά μας καί ὅτι ὁ Θεός δέν μᾶς ξέχασε, ἐπισκέφθηκε τόν λαό του.
Σήμερα λοιπόν πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τόν θάνατο καί τόν πόνο πού προκαλεῖ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἄς δοῦμε ποιός φταίει γιά τόν θάνατο; ποιός τόν δημιούργησε;
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς λέμε, ὅτι δέν τόν δημιούργησε ὁ Θεός. Δέν  εὐθύνεται Αὐτός, δέν εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου. Βεβαίως ὁ Θεός γνωρίζει πότε καί πῶς θά πεθάνει ὁ καθένας μας, ἀλλά δέν εὐθύνεται γιά τόν θάνατό μας, ὅπως δέν φταίει ὁ γιατρός πού παρακολουθεῖ τόν ἀσθενή καί γνωρίζει τήν ἐξέλιξη πού θά ἔχει ἡ ἀσθένειά του.
Ἀπό τήν ἀρχή, κατά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ὁ Θεός ἔδωσε τήν δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά γίνει ἀθάνατος, ἐφόσον αὐτός ἀκολουθοῦσε τήν ἐντολή Του. Σάν βραβεῖο θά τοῦ ἔδινε τόν καρπό ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς καί ἔτσι θά γινόταν ἀθάνατος. Ὅμως φθόνῳ καί συνεργείᾳ τοῦ διαβόλου ὁδηγήθηκε στήν παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἁμάρτησε καί ἔτσι ἔχασε τήν αἰωνιότητα. Ἀπό τήν στιγμή πού παρήκουσε τόν Θεό, μπῆκε ὁ θάνατος στή ζωή μας καί χάσαμε τήν εὐκαιρία νά γίνουμε ἀθάνατοι. Ὁ θάνατος ἄρχισε τό μακάβριο ἔργο του.
Ἡ πρώτη πού γεύθηκε τόν πόνο τοῦ θανάτου καί θρήνησε ἦταν ἡ Εὔα, ὅταν τό ἕνα της παιδί, ὁ Ἄβελ, ἔπεσε σκοτωμένος ἀπό τό ἄλλο παιδί της, τόν Κάΐν. Αὐτή πρώτη ἁμάρτησε, αὐτή πρώτη δοκίμασε τόν πόνο τοῦ θανάτου. Ἀπό ἐδῶ φαίνεται πολύ καθαρά, ὅτι ὑπεύθυνη γιά τόν θάνατο εἶναι ἡ ἁμαρτία, πού ἐμεῖς διαπράττουμε.
Μετά τήν πτώση στήν ἁμαρτία ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔγινε θνητή, φθαρτή καί παθητή. Ἄρχισε νά ἔχει πάθη φθοροποιά καί παθήματα, ἀσθένειες, πού ὁδηγοῦν στόν θάνατο. Ἄρα δέν ἔχει εὐθύνη ὁ Θεός γιά τόν θάνατο. Δέν ἔκανε τόν θάνατο, οὔτε χαίρεται πού χάνονται τά πλάσματά του. Ἀντίθετα συμπονεῖ καί συμπαραστέκεται στόν ἀνθρώπινο πόνο. Ὁ Χριστός πόνεσε, γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τόν πόνο. Πέθανε πάνω στόν σταυρό, γιά νά προσφέρει στούς θνητούς ἀνθρώπους τήν ζωή. Ἤρθε στόν κόσμο, ἵνα ζωήν ἔχωμεν καί περισσόν ἔχωμεν. Τό περισσόν εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Τό ἄλλο σπουδαῖο εἶναι, ὅτι ὁ Θεός μεταβάλλει τόν θάνατο ἀπό κακό, ὅπως ἐμεῖς τόν θεωροῦμε, σέ εὐεργεσία.
 Μέ αὐτόν πᾶμε στόν Θεό, στόν παράδεισο, στήν αἰώνια ζωή, σέ ἀνάπαυση καί χαρά. Πρέπει νά πεθάνουμε, γιά νά ζήσουμε αἰώνια. Ὁ τάφος γίνεται κλῖμαξ πρός οὐρανόν. Σκάλα πού ἡ βάση της πατάει στήν ταφόπλακα καί ἡ κορυφή της ἀκουμπάει στόν οὐρανό.
 Μέ τήν σκέψη τοῦ θανάτου τρομάζουμε μέν, ἀλλά σταματοῦμε τήν ἁμαρτία. Μετανοοῦμε, ἀλλάζουμε τρόπο ζωῆς, γινόμαστε καλύτεροι τόσο ἐμεῖς, ὅσο καί οἱ δικοί μας. Μιά ἀρρώστια μας ἤ ὁ θάνατος κάποιου δικοῦ μας ἀνθρώπου γίνεται σωτηρία γιά μᾶς. Τότε πιστεύουμε καλύτερα καί περισσότερο. Τότε μπαίνουμε στήν Ἐκκλησία πιό σωστά. Τότε ζοῦμε ζωή πνευματική καί μυστηριακή. Μέ τήν ὑγεία μας πολλές φορές πᾶμε στήν κόλαση, ἐνῷ μέ τήν ἀρρώστια μας πᾶμε στόν παράδεισο.
Γιά τούς πολέμους, πού γίνονται, γιά τήν πείνα πού ὑπάρχει, γιά τίς ἀτομικές βόμβες πού καταστρέφουν, γιά τήν ραδιενέργεια πού ἁπλώνεται σέ ἀέρα, γῆ καί θάλασσα καί μολύνει τά πάντα καί σκοτώνει τούς ἀνθρώπους ἀσφαλῶς δέν φταίει ὁ Θεός.
Λέει ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅταν σαλπίσει ὁ φρουρός καί σύ ἀκούσεις τήν σάλπιγγα, ἀλλά δέν φυλαχθεῖς, δέν λάβεις μέτρα ἀσφαλείας, θά πέσει ἡ ρομφαία, τό μαχαίρι θά πέσει ἐπάνω σου. Τότε τό αἷμα πάνω στό κεφάλι σου. Δηλαδή θά φταῖς ἐσύ γιά τό κακό πού θά σοῦ γίνει. Γι᾿ αὐτό προειδοποιεῖ, μή ἀσεβήσεις, μή γίνεσαι σκληρός, γιά νά μή πεθάνεις πρίν ἀπό τήν ὥρα σου.
Ὅταν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καί σακατεύουμε τό σῶμα μας, τό καταντοῦμε ἀσθενικό καί ὁδηγούμαστε μόνοι μας καί πιό σύντομα στόν θάνατο, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν καπνίζουμε καί γεμίζουν τά πνευμόνια μας καρκίνο, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν ἀπό τό πολύ πιοτό παθαίνουμε κίρρωση τοῦ ὕπατος, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν ὁδηγοῦμε μεθυσμένοι καί προκαλοῦμε θανατηφόρα τροχαῖα ἀτυχήματα, δέν φταίει ὁ Θεός.
Ἀκόμη ὅταν κακοποιοῦμε τήν φύση καί ἔρχεται ἐκείνη καί μᾶς ἐκδικεῖται φταίει ὁ Θεός; Ὅταν χτίζουμε μέσα στά ρέματα καί προκαλοῦνται ἔτσι καταστροφικές πλημμύρες, φταίει ὁ Θεός; Ὅταν ρυπαίνουμε τίς θάλασσες καί μολύνονται τά ψάρια καί αὐτά μέ τήν σειρά τους δηλητηριάζουν τόν ἄνθρωπο, φταίει ὁ Θεός; Ὅταν τά φροῦτα, τά κηπευτικά καί τά ἄλλα ἀγροτικά προϊόντα τά φορτώνουμε μέ φάρμακα, πού μᾶς φαρμακώνουν, φταίει  ὁ Θεός;  Λοιπόν τά δικά μας λάθη καί ἐγκλήματα μή τά ρίχνουμε στόν Θεό. Τόν ἀδικοῦμε πολύ, ἀκόμη καί Τόν βλασφημοῦμε, ὅταν πιστεύουμε καί λέμε τέτοια πράγματα.
Ἀγαπητοί μου,
Μετά τήν πτώση στήν ἁμαρτία, μπῆκε ὁ θάνατος στή ζωή μας. Ὅλοι εἴμαστε μελλοθάνατοι. Γιά ὅλους θά ὑπάρξει ἕνας τάφος σάν προσωρινή μας κατοικία. Λέμε στίς κηδεῖες: Συνοδέψαμε τόν κεκοιμημένο στήν τελευταία του κατοικία. Αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο λάθος. Στόν τάφο ὅλοι εἶναι πρόσκαιροι, περαστικοί. Ἡ τελευταία μας κατοικία θά εἶναι ἤ ἡ κόλασις ἤ ὁ παράδεισος. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται, ἀπό τό πῶς θά ζήσουμε. Ἄς προσέξουμε τήν ζωή μας, νά εἶναι κατά Θεόν, ὥστε ὁ τάφος μας νά μή γίνει πέρασμα στήν αἰώνια κόλαση, ἀλλά σκάλα πού θά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό, στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.- 


Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή Δ΄Λουκᾶ (τοῦ σπορέως) 11-10-2009


Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ.
 Ἡ παραβολή τοῦ σπορέως, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἀπό τίς ὡραιότερες καί πολύ γνωστές σέ ὅλους μας. Πολλές φορές στά προηγούμενα χρόνια ἀσχοληθήκαμε μέ τήν ἑρμηνεία της. Σήμερα μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά ποῦμε λίγα λόγια ἀπό τά σχόλια πού κάνει σ᾿ αὐτήν ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός.
          Μᾶς λέει λοιπόν ἡ παραβολή, ὅτι κάποιος γεωργός βγῆκε ἀπό τό σπίτι του καί πῆγε στό χωράφι, γιά νά σπείρει τό σιτάρι του. Γεωργός, τό ξέρουμε πολύ καλά, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Βγῆκε ἀπό τό σπίτι του. Σπίτι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ πατρικός κόλπος, ἡ ἐπουράνια βασιλεία Του. Ἄφησε τόν οὐρανό καί ἦρθε κάτω στή γῆ. Σαρκώθηκε στήν κοιλιά τῆς Παναγίας καί ἔτσι ἦρθε καί ἔζησε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί. Ἐπί τῆς γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη. Χωράφι εἶναι οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Στίς ἐπιστολές του γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πώς εἴμαστε Θεοῦ γεώργιον, χωράφι τοῦ Θεοῦ. Σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, τό θεῖο καί ἱερό Εὐαγγέλιο. Ὅπως ὁ γεωργός ὀργώνει τό χωράφι καί ὕστερα σπέρνει τόν σπόρο, ἔτσι καί ὁ Κύριος ὤργωσε τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων μέ τήν διδασκαλία Του καί μᾶς ἐφύτευσε τήν αἰώνια ζωή.
      Τώρα δρόμος καί πέτρα ὅπου ἔπεσε ἕνα μέρος τοῦ σπόρου, εἶναι ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, πού ἔχει σκληρή καρδιά. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, πού ἔπνιξαν τήν καρδιά του οἱ πολλές βιωτικές μέριμνες. Ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μά δέν τόν δέχεται. Ἔχει λίγη εὐλάβεια στόν Χριστό. Σύντομα Τόν ἀφήνει καί πηγαίνει μέ τόν διάβολο. Τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, πού ἔρχονται καί τρῶνε τόν σπόρο εἶναι τά πνεύματα τῆς πονηρείας, δηλ. οἱ δαίμονες. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός μένει ἄκαρπος, ὅπως πάνω στήν ξερή πέτρα δέν φυτρώνει τίποτε, οὔτε καρποφορεῖ.
Τά ἀγκάθια, στήν ἄλλη περίπτωση, εἶναι οἱ διάφορες ἁμαρτίες καί οἱ πονηρές ἐπιθυμίες, πού πνίγουν τόν ἄνθρωπο. Χάνεται ἐκεῖ μέσα ὁ καλός σπόρος καί μένουν τά ἀγκάθια, τά ὁποῖα πάντοτε  παραμένουν ἄκαρπα.
         Ὅμως ἔχουμε καί γῆ καλή καί ἀγαθή. Ἔχουμε χωράφι ἔφορο, πού  αὐτό φέρει καρπό ἄλλωτε λιγότερο καί ἄλλωτε  περισσότερο, ἑκατό ἤ ἑξήκοντα ἤ τριάκοντα. Τήν καρποφορία στά 100 ἔχει ὁ τέλειος ἄνθρωπος. Τά 60 ὁ μεσαῖος καί τά 30 ὁ κατώτερος στήν ἀπόδοση καί καρποφορία.
          Στά ἑκατό, στήν τέλεια καρποφορία, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἀναφέρει σάν παράδειγμα τήν ἁγία Παρασκευή, ἡ ὁποία ἀπό μικρή ἦταν στολισμένη μέ πνευματικά χαρίσματα καί εἶχε ἁγία ζωή. Σέ νεαρή ἡλικία μοίρασε ὅλη τήν περιουσία της στούς πτωχούς καί ἔγινε ἱεραπόστολος. Κήρυττε τόν Χριστό στήν Ρώμη καί σέ ἄλλα μέρη καί στό τέλος μαρτύρησε καί ἔδωσε τό αἷμα της, ζωή της, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Στήν περίπτωση τῶν 60 μᾶς παρουσιάζει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς τήν ἱερή συζυγία, τούς ἁγίους Ἀνδρόνικο καί Ἀθανασία, πού τούς γιορτάζουμε στίς 9 Ὀκτωβρίου. Εἶχαν δύο παιδιά ἡλικίας 10 καί 12 ἐτῶν, τά ὁποῖα πέθαναν τήν ἴδια μέρα. Μετά ἀπό αὐτό, ἀφοῦ δηλαδή ἔκαναν τά σωματικά, ἀπεφάσισαν νά κάνουν καί τά πνευματικά. Συμφώνησαν νά πᾶνε σέ ξεχωριστά μοναστήρια καί νά γίνουν μοναχοί, ὅπου ἔζησαν μέ ἐγκράτεια, μέ νηστεῖες, σκληραγωγίες καί κακοπάθεια καί κέρδισαν ἔτσι τόν παράδεισο.
Στά 30 μᾶς ἀναφέρει ἕναν πολύτεκνο Ἱερέα, πού ἀγωνίσθηκε νά μάθει γράμματα στά παιδιά του καί πρό πάντων νά τά ἐκπαιδεύσει μέ καλές νουθεσίες, γιά νά τά κάνει ἀνθρώπους μέ φόβο Θεοῦ. Μέ αὐτό τόν τρόπο καί αὐτός κέρδισε τόν παράδεισο καί αἰώνια χαίρεται κοντά στόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι διαπιστώνουμε, πώς μέσα στόν παράδεισο ἔχουμε διαβαθμίσεις. Ὁ καθένας παίρνει τή θέση του, ἀνάλογα μέ τόν πνευματικό  ἀγώνα πού ἔκανε καί τήν πνευματική του κατάσταση πού εἶχε.
Σέ κάποια ἄλλη περίπτωση εἶπε ὁ Κύριος, ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρήτω. Ὁ καθένας μας ἄς κάνει φιλότιμα αὐτό πού μπορεῖ καί θά σωθεῖ.
        Στό τέλος ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς μᾶς δίνει καί μιά ἄλλη ἐξήγηση: Ὁ πρῶτος σπόρος πού ἔπεσε στό δρόμο εἶναι οἱ Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι γιά τήν κόλαση, ὡς ἀρνηταί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ δεύτερος σπόρος πού ἔπεσε στήν πέτρα εἶναι οἱ ἀσεβεῖς, πού καί αὐτοί ἔχουν κάλπικη πίστη καί εἶναι καί αὐτοί τοῦ διαβόλου. Ὁ τρίτος σπόρος πού ἔπεσε στά ἀγκάθια εἶναι οἱ αἱρετικοί. Καί αὐτῶν ἡ πίστη τοῦ διαβόλου εἶναι. Ὁ τέταρτος σπόρος, πού ἔπεσε στήν καλή γῆ, εἶναι ἡ πίστη τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι σώζονται ἀνάλογα μέ αὐτά πού ἔκαναν στή ζωή τους.
Βλέπουμε, ἀγαπητοί μου, τρία μέρη γιά τήν κόλαση, ἕνα γιά τόν παράδεισο. Αὐτό πολύ πρέπει νά τό προσέξουμε καί σοβαρά νά μᾶς προβληματίσει. Τό εἶπε καί σέ ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος, ὅτι ὀλίγοι οἱ σωζόμενοι. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔλεγε, ὅτι οἱ ψυχές πού πᾶνε στήν κόλαση, εἶναι ὅπως πέφτει τό χιόνι. Μία, δύο, τρεῖς ἄντε πέντε ξεφεύγουν καί πᾶνε στόν παράδεισο. Ὁ δέ ἅγιος Συμεών ὁ θαυμαστορίτης δέχθηκε ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅτι σέ μύριες ψυχές μία σώζεται. Ἔκλαιε ὁ Ἅγιος μέ αὐτά καί ἔλεγε, νά σκεφτοῦμε ὅτι αὐτά γινόντουσαν τότε πού ὑπῆρχε ἀκόμη κάποια πίστη καί εὐλάβεια. Ἀλλοίμονό μας τί ἔχει νά γίνει σήμερα, πού χειροτέρεψαν κατά πολύ τά πράγματα.
            Ἀγαπητοί μου,
 Λέει ὁ σπουδαῖος Ἠλίας Μηνιάτης: Νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό γιά τρία πράγματα. 1) Γιατί εἴμαστε πιστοί καί ὄχι ἄπιστοι. 2) Γιατί εἴμαστε Ὀρθόδοξοι χριστιανοί καί ὄχι αἱρετικοί. Καί 3) Γιατί εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο στά λόγια, ἀλλά καί στά ἔργα, στή ζωή. Τά δύο πρῶτα σίγουρα τά ἔχουμε. Ἄς κοιτάξουμε νά κάνουμε καί τό τρίτο. Νά ἀγωνισθοῦμε ἐντατικά. Νά κοιτάξουμε νά γίνουμε πραγματικοί ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Νά ἀνήκουμε στή γῆ τήν ἀγαθή, πού σάν καρπό θά φέρει τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-