Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Β΄ Ἡμέρα Χριστουγέννων (26-12-2006)

Ἀνεκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ.

Ἄν ἀνοίξουμε, ἀγαπητοί μου, τό πρῶτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τήν Γένεση, θά δοῦμε ἐκεῖ πῶς ὁ Θεός μέ τίς συνεχεῖς δημιουργικές ἐπεμβάσεις του ἔκτισε, στόλισε καί διεμόρφωσε τήν γῆ. Ἀνάκτορο, βασιλικό, παλάτι τήν ἔκανε. Αὐτό τό ἀνάκτορο τό ζωγράφισε μέ πολλά καί διάφορα χρώματα. Τό πλαισίωσε μέ κήπους εὐωδιαστούς, πού εἶχαν λουλούδια πολύχρωμα, κρυστάλλινα νερά, μέ ὅλων τῶν εἰδῶν τά ζῶα καί τά πουλιά. Ἔκανε, αὐτό πού λέμε πιό ἁπλά, τόν παράδεισο.
Ὅταν εἶδε ὁ Θεός, ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι καλά λίαν, τότε ἔπλασε καί τόν βασιλέα, τόν ἄνθρωπο καί τόν ἔβαλε νά ζεῖ, νά ἀναπαύεται καί νά χαίρεται μέσα στά βασιλικά ἀνάκτορα. Ὅλα ἔγιναν γιά χάρη του. Ὅλα διετέθησαν στήν ὑπηρεσία του, γιά νά εἶναι ἡ ζωή του ὅσο τό δυνατό πιό εὐχάριστη. Μέσα σ᾿ αὐτά τά ἀνάκτορα δέν ὑπῆρχε πόνος, λύπη, ἱδρώτας, κούραση, δάκρυα. Ζοῦσαν οἱ πρωτόπλαστοι ζωή χαρισάμενοι.
Ὅμως ὑπῆρχε κάποιος, πού ζήλεψε, φθόνησε αὐτήν τήν εὐτυχία. Ὁ προαιώνιος ἐχθρός τοῦ βασιλιᾶ, ὁ ἀνθρωποκτόνος διάβολος, μέ ὕπουλο καί σατανικό τρόπο ἔβαλε δυναμίτη στά θεμέλια καί ἀνατίναξε τά βασιλικά ἀνάκτορα. Ἔντρομοι οἱ βασιλεῖς, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα εἶδαν τό παλάτι τους νά γκρεμίζεται καί νά ἐρειπώνεται.
Μέ ἄλλα λόγια μέ ἀπάτη καί πονηρό τρόπο ὁ διάβολος παρέσυρε τούς πρωτοπλάστους στήν πτώση, τούς ὡδήγησε στήν ἁμαρτία, στήν καταπάτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό τούς ἔβγαλε ἀπό τόν παράδεισο καί ἔτσι ἔμειναν ἄστεγοι. Ἔγιναν πλέον δυστυχισμένοι. Γνώρισαν τήν ὁδύνη καί τήν δυστυχία καί ἀντί λουλούδια ὁ δρόμος τους ἦταν γεμᾶτος ἀγκάθια καί τριβόλια.
Ὁ Θεός, σάν στοργικός Πατέρας καί ἄριστος παιδαγωγός, μέσα στήν ἀπελπισία τους ἀνοίγει ἕνα παράθυρο στήν ἐλπίδα. Δέν θά εἶστε γιά πάντα σ᾿ αὐτήν τήν κατάσταση. Ἕνας ἀπόγονος αὐτῆς τῆς γυναίκας θά συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως, θά καταργήσει τόν διάβολο, θά φέρει τήν λύτρωση σέ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, γιορτάζουμε καί πανηγυρίζουμε αὐτές τίς ἡμέρες. Λύτρωσιν ἀπέστειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ υἱός τῆς παρθένου γίνεται. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καί ἦλθε εἰς τά ἴδια, στούς δικούς του ἀνθρώπους. Τά ἀνάκτορα πού ὁ ἴδιος ἔκτισε τά βρῆκε ἀνατιναγμένα καί κατεστραμμένα, τίποτε δέν ἦταν ὄρθιο.
Πράγματι, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅτι, ὅταν ἦρθε ὁ Χριστός στόν κόσμο, οἱ ἄνθρωποι βρισκόντουσαν στό ἔσχατο σημεῖο καταπτώσεως καί ἐτυραννοῦντο φοβερά ἀπό τούς δαίμονες. Γι᾿ αὐτό ἔχουμε μέσα στά Εὐαγγέλια πολλά θαύματα θεραπείας δαιμονισμένων. Ὅλα λοιπόν κατεστραμμένα εἴτε ὑλικά, εἴτε πνευματικά, κυρίως τό δεύτερο. Γι᾿ αὐτό κανένα σπίτι δέν ὑπῆρχε νά ἀνοίξει τήν πόρτα του στόν Χριστό. Μόνο ὁ σταῦλος ὑπῆρχε. Ἕνα σπήλαιο μέ ζῶα. Καί ὁ Χριστός, χωρίς δισταγμό καί ἐπιφυλάξεις, μπῆκε σ᾿ αὐτόν τόν σταῦλο τῶν ζώων. Ἐκεῖ κατέλυσε καί ἀναπαύθηκε. Αὐτόν χρησιμοποίησε σάν σκάλα, γιά νά κατεβεῖ στήν γῆ. Αὐτό τό σπήλαιο ἔκανε γέφυρα, γιά νά ἔρθει κοντά στούς ἀνθρώπους.
Οἱ ἄνθρωποι, ὅπως διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή, ὡμοιώθησαν τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί σέ πολλές περιπτώσεις ἔγιναν χειρότεροι ἀπό αὐτά. Ὁ Χριστός προτίμησε νά γεννηθεῖ ἀνάμεσα σέ ζῶα παρά σέ ἀνθρώπους. Θεός ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου, ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς ἀνακλίνεται μέσα στήν φάτνη, ὥστε τά ζῶα, οἱ ἄνθρωποι, ὅταν θά ἔσκυβαν μέσα στό παχνί, γιά νά πάρουν τήν τροφή τους, ἐκεῖ μέσα θά εὕρισκαν, θά συναντοῦσαν τόν οὐράνιο ἄρτο, τόν Χριστό.
Ἔρχεται λοιπόν ὁ Χριστός στόν κόσμο καί βρίσκει τά πάντα κατεστραμμένα καί διαλυμένα. Καί τί κάνει; Ἀναλαμβάνει τό ἔργο τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἀνακτόρων. Προσπαθεῖ νά τά ἀνακαινίσει. Τριάντα τρία χρόνια ὁ Χριστός αὐτό ἔργο ἔκαμνε. Ἀνέστησε τήν πεσμένη ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἔβαλε ἐκεῖ, ὅπου ἦν τό πρότερον. Διαβάζουμε σέ μιά εὐχή τῆς Θείας Λειτουργίας, ἔκανε τά πάντα μέχρι πού μᾶς ἀνέβασε στόν οὐρανό καί μᾶς χάρισε τήν βασιλεία του τήν ἐπουράνια. Μέ τήν ἀνάπλαση καί τήν ἀναδημιουργία ὁ Χριστός μᾶς ἔκανε καλύτερους ἀπό ὅ,τι εἴμασταν, μᾶς ἀνέβασε ψηλότερα καί μᾶς ἔκανε συγκληρονόμους του.
Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πλέον δέν ἀκοῦμε γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσει, ἀλλά παρ᾿ ὅτι εἶσαι πλασμένος ἀπό γῆ προορίζεσαι γιά τόν οὐρανό. Ὅλα αὐτά τά ὀφείλουμε στόν ἐναθρωπήσαντα Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά ἐξ αἰτίας τῆς φάτνης καί τοῦ σπηλαίου. Δέν εἶναι λοιπόν ψέμα καί ὑπερβολή, ἄν ποῦμε ὅτι ἡ φτωχική φάτνη μᾶς ἐδόξασε, τό ταπεινό σπήλαιο μᾶς ἀνέβασε στούς οὐρανούς.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ὤν, ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος. Ἦρθε, ἀλλά καί πάντοτε ἔρχεται. Ἕνα τροπάριο αὐτῶν τῶν ἡμερῶν λέγει, σπήλαιον εὐτρεπίζου, ἡ παρθένος ἤκει τοῦ τεκεῖν. Ὁ Χριστός ἦρθε καί  ἔρχεται. Γεννήθηκε καί πάντοτε γεννᾶται. Χτυπάει τήν πόρτα καί τῆς δικῆς μας καρδιᾶς.  Ἐπιθυμεῖ νά μπεῖ καί στό δικό μας σπίτι. Θελει νά γεννηθεῖ καί στήν δική μας φάτνη. Θέλει νά μᾶς βγάλει ἀπό τά λιμνάζοντα νερά, νά μᾶς ξεκολλήσει ἀπό τόν βοῦρκο. Θέλει νά μᾶς βοηθήσει νά ἀναγεννηθοῦμε, νά κάνουμε μιά νέα ἀρχή.
Τά Χριστούγεννα ἔγιναν σ᾿ ἕνα κλειστό χῶρο, περιορισμένο καί ἀκάθαρτο, στόν σταῦλο τῆς Βηθλεέμ. Τά  δικά μας Χριστούγεννα νά τά γιορτάσουμε μέσα στήν Ἐκκλησία, ὄχι σέ κέντρα διακεδάσεως. Μέσα στό σπίτι μας μέ τούς δικούς μας, μέ ὅλους τούς συγγενεῖς, ὄχι μέ ἐκδρομές στήν Εὐρώπη ἤ στήν Ἀσία, ἀνάμεσα σέ ἄπιστους, ἀλλόθρησκους καί αἱρετικούς. Νά γιορτάσουμε μέ καθαρές ψυχές, γιά νά καταδεχθεῖ τό Θεῖο Βρέφος νά ἀναπαυθεῖ καί στήν δική μας φάτνη, στή δική μας καρδιά καί νά μᾶς ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ἀνάπαυση. Ἀμήν.-



Τον Δεσπότην και Αρχιερέα ημών, Κύριε φύλαττε, εις πολλά έτη, Δέσποτα.
Νεοχωρίτης Παναγιώτης 

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα (25-12-2011).

Παράλαβε τό παιδίον καί τήν μητέρα αὐτοῦ.

   Ἀπό τήν σημερινή μεγάλη ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ θά βγάλουμε καί θά κρατήσουμε κάποια διδάγματα, ἀπό τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί ἀπό τήν ἱστορία. Ὅταν ὁ βασιλιάς Ἡρώδης κατάλαβε, ὅτι τόν ἐνέπαιξαν οἱ Μάγοι, ὅτι ἔφυγαν στήν πατρίδα τους ἀπό ἄλλο δρόμο, θύμωσε πάρα πολύ καί διέταξε νά σφαγοῦν ὅλα τά νήπια τῆς Βηθλεέμ καί τῆς γύρω περιοχῆς, ἀπό ἡλικίας δύο ἐτῶν καί κάτω. Ἔτσι ὑπολόγιζε, ὅτι μεταξύ αὐτῶν θά εἶναι καί ὁ Χριστός, ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων. Ἀλλά λέμε, ἄλλαι αἱ βουλαί ἀνθρώπων, ἄλλα ὁ Θεός κελεύει. Ἄγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στόν Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπε: Σήκω, πᾶρε τό παιδί καί τήν μητέρα του καί πήγαινε στήν Αἴγυπτο, γιατί πρόκειται ὁ Ἡρώδης νά τό σκοτώσει. Καί ὁ Ἰωσήφ σηκώθηκε ἀμέσως, τούς πῆρε καί ἔφυγε. Ἐδῶ τί ἔχουμε νά παρατηρήσουμε; Τί μᾶς λένε τά λόγια αὐτά;
  Ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι παιδί τοῦ Ἰωσήφ, οὔτε ἡ Μαρία εἶναι γυναίκα του. Διαφορετικά θά ἔλεγε, πᾶρε τό παιδί σου καί τήν γυναίκα σου. Ὅμως οὔτε ὁ Χριστός ἦταν παιδί τοῦ Ἰωσήφ, οὔτε ἡ Παναγία γυναίκα του. Γι᾿ αὐτό λέγει τό παιδί καί τήν μητέρα του.  Στήν ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου του γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος τό γενεαλογικό δέντρο τοῦ Μεσία: Ἀβραάμ ἐγέννησε τόν Ἰσαάκ, Ἰσαάκ δέ ἐγέννησε τόν Ἰακώβ κλπ. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα γιά μέν τόν ἄνδρα χρησιμοποιεῖ τό ρῆμα γεννῶ, ἐγέννησεν, γιά δέ τήν γυναίκα τό ρῆμα τίκτω, ἔτεκεν.  Ὅταν ὅμως φτάνει στήν Παναγία, ἐνῷ θά ἔπρεπε νά γράψει ἐξ ἧς ἐτέχθη, γράφει ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς, ὁ λεγόμενος Χριστός.   Αὐτό φανερώνει, ὅτι ἡ Παναγία ἐγέννησε τόν Ἰησοῦ ἄνευ ἀνδρός.
Ἐπίσης, ὅταν φάνηκε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Παναγίας, φίδια ἔζωσαν τόν Ἰωσήφ. Τί νά εἶναι    τώρα αὐτό; τί νά συμβαίνει, ἀφοῦ τό κυοφορούμενο δέν εἶναι δικό μου παιδί;  Ἔτσι σκέφθηκε νά τήν ἀποπέμψει, νά τήν διώξει, νά τήν χωρίσει στά κρυφά.
Ὅταν πάλι πῆγαν στή Βηθλεέμ γιά νά ἀπογραφοῦν, λέγει τό ἱερό κείμενο, ὅτι πῆγε ὁ Ἰωσήφ μέ τήν Μαριάμ, πού ἦταν μνηστή του καί ὄχι γυναίκα του. Μνηστή, πού μάλιστα ἦταν ἔγκυος.
Ἄρα λοιπόν ὁ Ἰωσήφ δέν ὑπῆρξε σύζυγος τῆς Παναγίας, οὔτε ὁ Χριστός ἦταν γυιός του.  
Λοιπόν σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνο, τούς παίρνει καί φεύγουν γιά τήν Αἴγυπτο. Αὐτό πάλι μᾶς λέει πολλά καί σπουδαῖα.
Δέν διαμαρτυρήθηκε, δέν παραπονέθηκε. Δέν εἶπε, ποῦ νά πάω, Κύριε; Ποῦ θά πήγαινε στό ἄγνωστο ἀνάμεσα σέ ξένους χωρίς κανένα γνωστό, συγγενῆ ἤ φίλο; Δέν εἶχε κάνει καμμιά προετοιμασία, δέν εἶχε χρήματα, συνάλλαγμα θά λέγαμε σήμερα, οὔτε φαγητό, οὔτε ροῦχα γιά τόσο μακρινό ταξίδι. Κι᾿ ἐκεῖ πού θά πάνε, πῶς θά ζήσουν; πῶς θά τά βγάλουν πέρα; πόσο καιρό θά κάνουν; δέν γνωρίζει τίποτε. Καί ὅμως κάνει ὑπακοή καί φεύγει. Ἀφοῦ τό λέει ὁ Θεός, ἔτσι πρέπει νά γίνει. Λέγει τό εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἄνθρωπος δίκαιος, δηλαδή εὐσεβής καί ἐνάρετος. Εἶχε μεγάλη πίστη καί ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Ἔχει ὁ Θεός, θά τά οἰκονομήσει, θά τά φέρει βολικά. Σύμφωνα μέ κάποια παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τούς λόγους κάποιων Πατέρων, ἔμειναν στήν Αἴγυπτο ἑπτά χρόνια.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶναι μεγάλο δίδαγμα γιά μᾶς. Νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στό Θεό. Νά μή ἀμφιβάλουμε γιά τήν θεία Του πρόνοια. Ὅταν ἐμεῖς θελήσουμε νά ἐφαρμώσουμε τό ἅγιο θέλημά Του, Ἐκεῖνος θά μᾶς βοηθήσει νά τό ἐπιτύχουμε. Τό λάθος εἶναι, ὅταν μόνοι μας, μέ τίς δικές μας δυνάμεις προσπαθοῦμε νά τά βγάλουμε πέρα, χωρίς τόν Θεό. Τότε εἶναι πού  θά ἀποτύχουμε, θά φᾶμε τά μοῦτρα μας.
Πολλοί διερωτῶνται, τί θά κάνουμε στά δύσκολα χρόνια τοῦ ἀντιχρίστου; Ὅσοι δέν δεχτοῦν τό χάραγμά του πῶς θά ζήσουν; Ὅπως ἔζησε ὁ Ἰωσήφ μέ τήν Παναγία καί τόν διετῆ Χριστό κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Θεοῦ στήν Αἴγυπτο. Ἔχει ὁ Θεός πολλούς τρόπους νά φροντίσει τούς δικούς του. Ὅταν ἔρθει ἐκεῖνος ὁ καιρός, θά μᾶς τό δείξει ὁ Θεός. Δέν θά ἀφήσει τούς δικούς του στά χέρια καί στήν τυραννία τοῦ ἀντιχρίστου.
Ἀκόμη κάτι πολύ σπουδαῖο, πού πρέπει νά προσέξουμε. Μέσα στό κρύο καί στή νύχτα ἡ Ἁγία Οἰκογένεια φεύγει γιά τήν Αἴγυπτο. Ἄν κάποιος τούς ἔβλεπε καί τούς ρωτοῦσε, γιατί φεύγετε; Τί θά ἀπαντοῦσαν; Ἀποφεύγουμε τήν ὀργή τοῦ Ἡρώδη. Δέν μποροῦσε διαφορετικά νά γλυτώσει ὁ Χριστός; Ἀσφαλῶς καί μποροῦσε, Θεός εἶναι. Χίλιους δυό τρόπους μποροῦσε νά χρησιμοποιήσει. Γιατί χρησιμοποιεῖ αὐτόν τόν συγκεκριμένο τρόπο τῆς φυγῆς; Γιά νά διδάξει ἐμᾶς. Τί νά μᾶς διδάξει; Νά δίνουμε τόπο στήν ὀργή καί νά ἀποφεύγουμε τίς ἐντάσεις. Ὅταν ἕνας Θεός δίνει τόπο στήν ὀργή, ἐμεῖς τί πρέπει νά κάνουμε; Θά ἐπιμένουμε μέ πεῖσμα στήν δική μας ἄποψη καί θά χαλᾶμε τίς καρδιές μας;
Αὐτά ἀπό τό ἱερό Εὐαγγέλιο. Ἄς μάθουμε τό τέλος τοῦ Ἡρώδη. Νά δοῦμε καί νά τρομάξουμε γιά τό τέλος τῶν ἀσεβῶν. Γιά νά σώσει τόν θρόνο του, πού οὕτως ἤ ἄλλως κάποια μέρα θά τόν ἔχανε, σκότωσε τήν γυναίκα του, τήν πεθερά του, ἀκόμη καί δύο παιδιά του. Μετά τήν γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἔσφαξε 14.000 νήπια. Εἶναι αἱμοσταγής, παρανοϊκός καί ἀδίστακτος ἐγκληματίας.
Ἀλλά τό τέλος τῶν ἀσεβῶν εἶναι ἄθλιο καί ὀδυνηρό. Λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός. Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι φοβερός, γεμάτος πόνο. Αὐτό ἔπαθε καί ὁ Ἡρώδης. Ὅλο του τό σῶμα, ἀπό τήν κορφή μέχρι τά νύχια γέμισε πληγές, σάπησε καί τόν ἔτρωγαν τά σκουλίκια. Ἔπεφταν οἱ σάρκες καί φαινόταν γυμνά τά ὀστᾶ του. Ὁ πόνος ἦταν ἀφόρητος, γι᾿ αὐτό καί πολλές φορές ἀποπειράθηκε νά αὐτοκτονήσει. Τοῦ ἔπαιρναν ὅμως τά μαχαίρι ἀπό τά χέρια καί ἔτσι τό μαρτύριό του συνεχιζόταν. Ἡ βρώμα καί ἡ δυσοσμία ἦταν ἀνυπόφορη. Κανείς δέν μποροῦσε νά τόν πλησιάσει. Μέ ἕνα μακρύ φτυάρι, σάν αὐτό πού χρησιμοποιοῦν οἱ ἀρτοποιοί, τοῦ ἔδιναν φαγητό.
Γνώριζε πολύ καλά πώς, σάν πεθάνει, ὅλοι θά χαίρωνται καί θά πανηγυρίζουν. Γι᾿ αὐτό ἔδωσε ἐντολή καί ἔκλεισαν στή φυλακή πολλούς ἀξιωματούχους, μέ τήν ἐντολή, ὅταν οἱ σάλπιγγες ἀνακοινώσουν τόν θάνατό του, οἱ στρατιῶται  νά σφάξουν τούς φυλακισμένους, γιά νά κλαῖνε κάποιοι τήν ὥρα τοῦ θανάτου του. Βέβαια ἡ διαταγή αὐτή δέν ἐκτελέσθηκε ποτέ. Τόσο πολύ δέ εἶχε πρησθεῖ, ὥστε μετά τόν θάνατό του, γιά νά τόν βγάλουν καί νά τόν κηδεύσουν χάλασαν τήν πόρτα τοῦ δωματίου του. Τέτοιο ἄσχημο τέλος θά ἔχουν οἱ ἁμαρτωλοί καί ὅλοι ἐκεῖνοι γονεῖς καί γιατροί, πού σκοτώνουν τά παιδιά, εἴτε γεννημένα, εἴτε ἀγέννητα, ἄν δέν μετανοήσουν εἰλικρινά.
Ἀγαπητοί μου,
Ἄς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη πάντοτε στήν πρόνοια καί στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νά ζοῦμε κατά τό ἅγιο θέλημά Του καί νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία, τήν κάθε εἴδους ἁμαρτία. Νά παρακαλοῦμε δέν τόν δίκαιο Ἰωσήφ καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, νά μεσιτεύουν γιά μᾶς, ὥστε ὁ ἐν σπηλαίῳ τεχθείς Κύριος νά μᾶς συναριθμήσει μέ τούς δικούς  Του ἀνθρώπους, νά μᾶς κατατάξει στήν δική Του οἰκογένεια, στήν οἰκογένεια τοῦ οὐρανοῦ. Ἀμήν.-

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Κυριακή ΙΑ Λουκᾶ (τῶν Προπατόρων) 11-12-2011.


Bρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου, στά προπύλαια τῆς μεγάλης γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἔχει σχέσει μέ τό μεγάλο γεγονός, πού περιμένουμε. Μᾶς μίλησε γιά ἕνα μεγάλο, πλούσιο καί ξεχωριστό δεῖπνο. Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί θέλει ὁ Κύριος νά μᾶς πεῖ, θά κάνουμε μία ὑπόθεση, θά ποῦμε ἕνα παράδειγμα.
Κάποιος γνωστός, φίλος ἤ συγγενής πάντρεψε τόν παιδί του καί στό τραπέζι, πού ἔκανε, κάλεσε πάρα πολλούς, ἀλλά δέν προσκάλεσε κάποιον ἀπό ἐμᾶς. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, τί λέτε, δέν θά στενοχωρηθεῖ; δέν θά θεωρήσει τόν ἑαυτό του περιφρονημένο καί προσβεβλημένο;
Τώρα ἄς πάρουμε τήν ἄλλη περίπτωση. Ὁ οἰκοδεσπότης κάλεσε πολλούς στό τραπέζι, μά δέν πῆγε κανένας. Δέν θά στενοχωρηθεῖ καί αὐτός; δέν θά ὀργισθεῖ; δέν θά τά βάλει μέ τούς καλεσμένους, πού ὅλοι τόν περιφρόνησαν;
Στήν πρώτη περίπτωση, κατά τήν ὁποία δέν μᾶς κάλεσε κάποιος ἄνθρωπος, εἶναι μικρό τό κακό, πολύ ἀσήμαντο, μηδαμινό. Δέν χρειάζεται στενοχώρια, οὔτε κἄν νά τό λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη μας. Τό πρόβλημα εἶναι ἀλλοῦ, εἶναι στήν δεύτερη περίπτωση.
Μᾶς καλεῖ στό τραπέζι ὄχι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, οὔτε ἕνας ἐπίσημος, κάποιος πλούσιος. Μᾶς καλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμή ἀπό αὐτό. Καί μάλιστα δέν τό κάνει μία φορά μόνο, ἀλλά προσκαλεῖ καί ξαναπροσκαλεῖ. Μᾶς κάνει ἐντύπωση ἡ ἐπιμονή τοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς πείσει νά λάβουμε μέρος στό δεῖπνο Του, νά παρακαθήσουμε στό τραπέζι Του.
Τό βλέπουμε ὁλοκάθαρα στό εὐαγγέλιο. Ἔστειλε καί ξαναέστειλε τόν ὑπηρέτη του νά εἰδοποιήσει τούς καλεσμένους, ὅτι ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Τό σπίτι του, ἡ αἴθουσα δεξιώσεων τοῦ Χριστοῦ εἶναι μεγάλη καί εὐρύχωρη. Χωράει πολλούς. Ἐμεῖς γιατί προκλητικά ἀρνούμεθα τήν πρόσκληση καί δέν προσερχόμαστε νά παρακαθήσουμε, ἀδελφοί μου;
      Ὁ ἕνας προφασίσθηκε τό χωράφι του. Ἤθελε νά δεῖ πόσο καλό εἶναι. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν φιλάργυρος. Ὁ ἄλλος ἦταν ζωέμπορος. Ἀγόρασε πέντε ζευγάρια βόδια καί ἤθελε νά τά δοκιμάσει. Μέ ἄλλα λόγια ἔβοσκε σάν αὐτά τά ζῶα στήν ζωή τῶν πέντε αἰσθήσεων. Ἦταν φιλήδονος. Ὁ τρίτος ἦταν νιόπαντρος καί εἶπε ἀδιάντροπα, ἐγώ πάω νά γλεντήσω μέ τήν γυναίκα μου, ἄφησέ με ἥσυχο. Αὐτός πάλι ἦταν φίλαυτος. Νά λοιπόν πού ἔχουν ἀπόλυτο δίκαιο οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν λένε, ὅτι οἱ ἁμαρτίες χωρίζονται σέ τρεῖς κατηγορίες, τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καί τῆς φιλαργυρίας καί αὐτές εἶναι πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό.
Καί σήμερα ἀκοῦμε πολλές καί διάφορες δικαιολογίες ἀπό ἐκείνους, πού δέν θέλουν νά ἐκκλησιαστοῦν. Βλέπετε, δέν εἶπα, πού δέν μποροῦν νά ἐκκλησιαστοῦν, ἀλλά πού δέν θέλουν. Ἄν ἤθελαν θά εὕρισκαν τρόπο. Ὁ χρόνος ἔχει 52 Κυριακές. Πόσες Κυριακές εἶχαν ἐμπόδιο καί δυσκολία καί δέν κατώρθωσαν νά προσέλθουν στόν Ναό; Τί εἶναι ἐκεῖνο, πού θά μᾶς κρατήσει μακρυά ἀπό τήν Ἐκκλησία; Μόνο τά βαθειά γηρατειά καί ἡ σοβαρή ἀρρώστια. Τίποτε ἄλλο. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὑπόλογοι καί ὑπόδικοι μπροστά στό Θεό.
Βλέπουμε κάποιες φορές ἄδειους τούς Ναούς καί μᾶς πιάνει στενοχώρια. Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος. Ὁ Ναός ποτέ δέν εἶναι ἄδειος, οὔτε καί ὅταν δέν τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἄν ἐμεῖς ἀδειάζουμε τίς Ἐκκλησίες, ἄν ἐμεῖς δέν προσερχώμαστε, δέν μᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός, γι᾿ αὐτό καί δέν χρειάζεται νά ἐρχώμαστε μέ τό ζόρι. Οἱ Ἐκκλησίες εἶναι πάντοτε γεμᾶτες, εἶναι γεμᾶτες ἀπό ἀγγέλους. Ἄν δέν ἐκκλησιαζώμαστε, κακό μόνο στόν ἑαυτό μας  κάνουμε. Δέν ἔχει ἀνάγκη ὁ ἥλιος ἀπό τά δέντρα. Τά δέντρα ἔχουν ἀνάγκη τόν ἥλιο. Ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη τόν Θεό καί τήν πίστη μας, γιατί αὐτά τά δύο θά μᾶς σώσουν. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πολύ μικρά, ἀνούσια καί μάταια.
Ἀλλά λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποιούς νά κλάψω; αὐτούς πού ἀπουσιάζουν ἀπό τό Ναό ἤ αὐτούς πού ἐκκλησιάζονται; Ἄλλοι συνομιλοῦν μεταξύ τους, ἄλλοι ξύνονται καί χασμουριοῦνται, ἄλλοι σκέφτονται τίς ἐργασίες τους, ἄλλοι βιάζονται νά φύγουν, σάν νά τούς εἶχαν σέ καταναγκαστικά ἔργα καί ἄς ἦρθαν πρός τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Μάλιστα κάποιοι φεύγουν πρίν ἀπό τό τέλος, πρίν ἀπό τό δι᾿ εὐχῶν. Αὐτοί μοιάζουν τόν Ἰούδα, πού ἔφυγε βιαστικά, πρίν τελειώσει ὁ Μυστικός Δεῖπνος.
Μά καί ἀπό τούς τόσους πού παραμένουν μέχρι τό τέλος, ποιοί, πόσοι κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστυρίων; Σ᾿ ἕνα τραπέζι πηγαίνουμε γιά νά φᾶμε, ὄχι γιά νά δοῦμε ἁπλῶς τό φαγητό ἤ μόνο νά τό μυρίσουμε καί νά φύγουμε. Ἔτσι καί πάλι προσβάλλουμε αὐτόν, πού μᾶς κάλεσε. Τό εἴπαμε ἀμέτρητες φορές καί πάλι θά τό ποῦμε. Στή θεία Λειτουργία δέν ἐρχόμαστε μόνο γιά νά προσευχηθοῦμε. Ἄν καί δέν γνωρίζω πόσο γίνεται καί αὐτό τό ἐλάχιστο. Ἐρχόμαστε γιά νά κοινωνήσουμε. Ἄν δέν ἦταν νά κοινωνήσουμε, δέν θά τελούσαμε τήν θεία Λειτουργία. Θά κάμναμε μόνο τόν ὄρθρο καί θά φεύγαμε. Αὐτοί πού δέν κοινωνοῦν, φεύγουν πρίν τήν ἀπόλυση καί δέν παίρνουν οὔτε ἀντίδωρο, τότε γιά ποιό λόγο ἔρχονται στήν Ἐκκλησία;
    Στό ἱερώτερο σημεῖο, πού εἶναι ὁ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων, ἐπαναλαμβάνουμε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες... Καί λίγο ἀργότερα: Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε. Ποιοί νά προσέλθουν; Πέντε ἀπ᾿ ἐδῶ καί ἕξι ἀπό ἐκεῖ; Ὄχι, ὅλοι. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.
 Ἀγαπητοί μου, Ὅποιος καταφρονεῖ κάτι, θά καταφρονηθεῖ ἀπό αὐτό. Καί ὅποιος περιφρονεῖ τόν Θεό, θά περιφρονηθεῖ ἀπό Αὐτόν. Ἄν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στό Χριστό, ὑπογράφουμε τήν καταδίκη μας. Θά ἔρθει καιρός, πού θά χτυπᾶμε τήν θύρα τοῦ ἐλέους Του καί δέν θά μᾶς ἀνοίγει. Μᾶς τό εἶπε σήμερα ξεκάθαρα καί τό εἴδαμε νά γίνεται στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων. Ἄς Τόν ἀκούσουμε σ᾿ αὐτήν τήν ζωή, γιά νά ἀκούσει κι᾿ Ἐκεῖνος τήν ἱκεσία μας καί νά μᾶς δεχτεῖ στόν οὐρανό, στή Βασιλεία Του. Ἀμήν.-




Ἅγιος Σπυρίδων (12-12-2011)

Καί ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες.



Τό ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ μᾶς παρουσιάζει μέσα σέ λίγες λέξεις σχεδόν ὁλόκληρη τήν ζωή καί πολλά ἀπό τά θαύματα τοῦ Μεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου. Ἐμεῖς σήμερα θά ἀσχοληθοῦμε μέ ἕνα στίχο, πού ἀναφέρεται σ᾿ ἕνα θαυμαστό γεγονός, πού ὁ ἅγιος ἐπετέλεσε.
Γνωρίζουμε ἀπό τόν βίο του, ὅτι ἦταν πολύ ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Μία φτωχή γυναίκα πῆγε σ᾿ ἕνα πλούσιο καί ζήτησε κάποια βοήθεια, μία ἐξυπηρέτηση. Νά τῆς δώσει λίγα χρήματα, γιά νά ξεπεράσει τό πρόβλημα, πού ἀντιμετώπιζε καί κατόπιν, ὅταν μποροῦσε, θά τοῦ ἐπέστρεφε τό ποσόν. Μέ ἄλλα λόγια δέν ζήτησε ἐλεημοσύνη, ἀλλά δανικά. Ὁ πλούσιος ὅμως ἀρνήθηκε νά προσφέρει τήν βοήθειά του καί ἡ γυναίκα ἀπευθύνθηκε στόν ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ἐκεῖνος πάντοτε φτωχός καί πάντοτε μέ ἄδειες τίς τσέπες, λόγῳ τῆς συνεχοῦς ἐλεημοσύνης πού ἔδινε, δέν εἶχε τίποτε νά τῆς δώσει. Δέν τήν ἀπογοήτευσε ὅμως. Εἶναι πολύ κακό νά ἐλπίζει κάποιος σέ σένα, νά στηρίζει τίς ἐλπίδες του πάνω σου κι᾿ ἐσύ νά ἀδιαφορεῖς, νά μή καταλαβαίνεις, νά μή θέλεις νά βοηθήσεις.
Βγῆκε ἔξω στά χωράφια καί εἶδε ἕνα φίδι. Τό σταύρωσε κι᾿ ἐκεῖνο κοκκάλωσε. Ἔγινε ὁλόκληρο χρυσό. Τό πῆρε καί τό ἔδωσε στή γυναίκα, γιά νά κάνει τήν δουλειά της. Ὅταν ἐκείνη τακτοποίησε τίς ὑποθέσεις της, ἔφερε τό φίδι πίσω στόν Ἅγιο. Τό πῆρε ὁ ἅγιος, τό πῆγε πίσω πάλι στά χωράφια, ἀπό ἐκεῖ πού τό πῆρε.  Τό ἄφησε κάτω κι᾿ ἐκεῖνο ζωντάνεψε. Ἄντε τώρα νά πᾶς στό σπιτάκι σου καί στά παιδιά σου.
Μᾶς κάνει ἐντύπωση, γιατί πῆρε φίδι καί ὄχι κάτι ἄλλο, ἕνα κομμάτι ξύλο π.χ. πού ἦταν καί πιό εὔκολο νά βρεῖ. Θέλησε μέ τήν κίνηση αὐτή νά μᾶς δείξει, ὅτι ἡ φιλαργυρία εἶναι φίδι, πού πρέπει πολύ νά προσέχουμε. Καί ὅπως ἀπομακρυνόμαστε ἀπό ἕνα φίδι, ἔτσι νά ἀποφεύγουμε καί τήν πλεοναξία.
Ὁ Χριστός μέσα στό ἱερό Εὐαγγέλιο μᾶς λέει: Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας. Μή νομίζουμε, ὅτι ὅσο μεγαλώνει ἡ περιουσία μας, θά μεγαλώνει καί ἡ ζωή μας.  Τά πολλά ἀγαθά δέν φέρνουν μακροζωΐα. Ἄς θυμηθοῦμε τόν ἄφρωνα πλούσιο τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶχε πάρα πολλά ἀγαθά, ὥστε δέν ἤξερε ποῦ νά τά ἀποθηκεύσει, ἀλλά ζωή δέν εἶχε οὔτε μία μέρα, ἀφοῦ τήν ἴδια νύχτα οἱ δαίμονες ἔπαιρναν τήν ψυχή του.
Οὔτε πάλι πάντοτε τά χρήματα καλυτερεύουν τήν ζωή μας. Πολύ σωστά εἶπε κάποιος σοφός: Μέ τά χρήματα ἀγοράζεις τό ἀκριβότερο κρεββάτι, ὄχι ὅμως καί ὕπνο. Ἀγοράζεις τά καλύτερα φάρμακα, ὄχι ὅμως πάντοτε τήν ὑγεία σου. Ἐξαγοράζεις συνειδήσεις, κλείνεις πολλά στόματα, ἀλλά τήν φωνή τῆς δικῆς σου συνειδήσεως δέν μπορεῖς νά σταματήσεις.
Ἡ πλεονεξία, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο εἶναι εἰδωλολατρεία. Γιατί; Γιατί λατρεύουμε τόν χρυσό καί τόν ἄργυρο σάν τά εἴδωλα. Προσκυνοῦμε τήν ὕλη. Γιατί  αὐτά πού ἔπρεπε νά προσφέρουμε στόν Θεό, τά προσφέρουμε στά γήϊνα. Ἀντί νά ἀγαπᾶμε τόν Θεό ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἀγαπᾶμε τά χρήματα. Βγάζουμε τόν Θεό ἀπό τήν καρδιά μας καί βάζουμε τά ὑλικά. Ἀντί νά δουλεύουμε στόν Κύριο, δουλεύουμε στόν μαμωνᾶ. Ὅταν ἡ ἀγάπη μας γιά τά πλούτη εἶναι μεγαλύτερη καί περισσότερη ἀπό τήν ἀγάπη πρός τούς συνανθρώπους μας, καίτί λέω παραπάνω ἀπό τόν Θεό, δέν εἶναι εἰδωλολατρεία;
Ἐλάβαμε τήν ἐντολή νά μή εἴμαστε προσκολημένοι στά ὑλικά πράγματα. Ἐξ αἰτίας των κάνουμε πολλά ἀπό τά ἀπαγορευμένα. Εἶπε ὁ Κύριος, ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός μας ἐκεῖ θά εἶναι καί ἡ καρδιά μας. Σ᾿ ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο δένεται  ἡ καρδιά μας, καί ἐκεῖνο πού τόσο πολύ ἐπιθυμοῦμε, μᾶς τραβάει πολύ, ἐκεῖνο καί γίνεται ὁ Θεός μας, ὁ Κύριος τῆς καρδιᾶς μας. Ἡ σκέψη μας καί τά βλέμματά μας δέν εἶναι στραμμένα στόν οὐρανό, στό Θεό, ἀλλά στή γῆ καί στά βιωτικά, στά ὑλικά.
Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία, λέει πάλι ὁ ἀπόστολος Παῦλος.  Δέν ἀφήνει ἥσυχους καί ἀνενόχλητους οὔτε ζωντανούς, οὔτε πεθαμένους. Ἡ λύσσα τῆς φιλαργυρίας κάνει κάποιους νά ἀνοίγουν τούς τάφους καί νά γδύνουν ἀκόμη καί νεκρά λείψανα. Ἡ φιλαργυρία ξεσηκώνει τά παιδιά ἐνάντιο στούς γονεῖς, ἀδέλφια ἐνεντίον ἀδελφῶν. Ἡ φιλαργυρία κάνει τούς ἀνθρώπους νά κλέβουν ἀκόμη καί τά πράγματα τοῦ Θεοῦ, δηλ. τά ἀφιερωμένα στό Θεό, τούς κάνει ἱερόσυλους. Ἀπό φιλαργυρία κινούμενος καί ὁ Ἰούδας πρόδωσε τόν Χριστό.
Βγάλε τήν πλεονεξία ἀπό τούς ἀνθρώπους καί τότε δέν θά γίνει οὔτε πόλεμος,οὔτε ἔχθρα, οὔτε πορνεία. Γιά τά ἀργύρια γίνονται οἱ πόλεμοι τῶν βασιλέων, οἱ ἔχθρες ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Ἡ πόρνη γιά νά πάρει τά χρήματα ρίχνεται στήν πορνεία. Βόθρος διαβολικός ἡ πλεονεξία, λέει ἕνας ἑρμηνευτής τῶν Θείων Γραφῶν, ὁ Κυπριανός.
Ἡ πλεονεξία σπρώχνει τόν ἄνθρωπο νά ἀποκτᾶ ὅλο καί περισσότερα. Ὅταν ὅμως τά ἀποκτήσει δέν χαίρεται, ἀρχίζει ἀμέσως νά ψάχνει τό ἑπόμενο.
Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος: Θά πεῖς ὅτι εἶναι δικά σου καί τά κάνεις ὅ,τι θέλεις. Καί ἀπαντᾶ πάλι ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος. Πῶς εἶναι δικά σου; Ὅταν ἦρθες στόν κόσμο, ἦρθες γυμνός.  Γυμνός πάλι θά ἐπιστρέψεις στή γῆ. Δέν θά πάρεις τίποτε μαζί σου. Γι᾿ αὐτό τά σάβανα δέν ἔχουν τσέπες. Ἄν ἦταν δικά σου, κάτι θά ἔπαιρνες. Γιά νά μή παίρνεις, σημαίνει ὅτι δέν εἶναι δικά σου.  Δέν ἤσουν κάτοχος κανενός πράγματος, παρά μόνον ἤσουν διαχειριστής. Καί συνεχίζει. Αὐτός πού γδύνει τόν ντυμένο λέγεται λωποδύτης καί εἶναι κατακριτέος. Αὐτός πού δέν ντύνει τόν γυμνό καί γυμνό τόν ἀφήνει τί διαφορά ἔχει; πόσο καλύτερος εἶναι; Αὐτόν πῶς θά τόν ὀνομάσουμε; Ὁ πλοῦτος εἶναι εὐλογία, μόνο ὅταν γινώμαστε εὐεργετικοί στούς ἄλλους καίτούς ἐξυπηρετοῦμε μέ αὐτόν, ὄχι ὅταν τόν κρατοῦμε μόνο γιά τόν ἑαυτό μας.
Τό ψωμί πού ἀποθηκεύεις, ἐφόσον δέν σοῦ χρειάζεται, εἶναι τοῦ πεινασμένου. Μουχλιάζει καί τό πετᾶς. Τά ροῦχα πού μαζεύεις καί σαπίζουν μέσα στά ντουλάπια σου εἶναι τοῦ γυμνοῦ, τοῦ φτωχοῦ, πού δέν ἔχει. Εἶναι τόσοι καί τόσοι πού θά μποροῦσες νά βοηθήσεις, μά δέν τό κάνεις. Τότε εἶσαι ἔνοχος καί δέν θά ξεφύγεις τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. 
Ἀκοῦς τό κλάμα τῶν φτωχῶν καί κάνεις πώς δέν ἀκοῦς. Βλέπεις τήν δυστυχία τους καί κάνεις, ὅτι δέν βλέπεις. Οἱ πονεμένοι δέν ἔχουν θέση στή ζωή καί στήν καρδιά τῶν πλουσίων καί αὐτό εἶναι πολύ κακό.
Λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Κάθεσαι νά φᾶς. Σοῦ φτάνουν ἑκατό γραμμάρια ψωμί. Ἐσύ τρῶς διακόσια. Εἶναι λάθος καί ἁμαρτία. Τό πολύ φαγητό κάνει κακό καί στό σῶμα καί στήν ψυχή. Γι᾿ αὐτό τό ἐπί πλέον θά δώσεις λόγο στό Θεό. Ὁ Παγκόσμιος Ὀργανισμός Ὑγείας ἔκανε μία στατιστική. Μέσα σ᾿ ἕνα χρόνο πεθαίνουν 57 ἑκατομμύρια ἄνθρωποι. Τό 63%, δηλ. τά 36 ἑκατομμύρια πεθαίνουν ἀπό τό πολύ φαγητό, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πλεονεξίας.
Γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν μαθητή του Τιμόθεο: Ἔχοντες τροφάς καί σκεπάσματα τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Φαγητό ὅσο μᾶς ἀρκεῖ, γιά νά τραφεῖ τό σῶμα. Ὄχι γιά ἀπόλαυση καί ξεφάντωμα. Ἐνδύματα πάλι πρέπει νά ἔχουμε ὅσα ἀρκοῦν, γιά νά σκεπάζουν τό σῶμα, ὄχι γιά νά στολίζουν ἐξεζητημένα καί νά προκαλοῦν ἤ νά σκανδαλίζουν.
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ἔχουμε τά ἐνδύματα, γιά νά φυλάξουν τό σῶμα τόν χειμώνα ἀπό τό κρύο καί τό καλοκαίρι νά προστατεύσουν ἀπό τό καῦμα τοῦ ἥλιου. Δέν ἔχουμε κανένα περιττό, ἀλλά μόνο τά ἀναγκαῖα καί αὐτά ὄχι πονηρά καί προκλητικά.
Ὁ σοφός Σολομών προσευχόταν στό Θεό καί ζητοῦσε νά μή τοῦ δώσει πλοῦτο ἤ φτώχεια, ἀλλά μόνο τά ἀπαραίτητα. Καί ὁ σοφός Σειράχ στήν Παλαιά Διαθήκη λέει, ὅτι τά ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς εἶναι τό νερό, τό ψωμί, τό φόρεμα καί τό σπίτι.  Ἄν ἔχεις περισσότερα ἀπό ὅσα χρειάζεσαι, ἀπό ὅσα πραγματικά ἔχεις ἀνάγκη, εἶναι πλεονεξία.
Ἀγαπητοί μου,
Σήμερα μιλᾶμε ὅλοι γιά οἰκονομική κρίση καί τρέμουν τί θά κάνουν, πῶς θά ζήσουν μέ λιγότερα χρήματα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό παρακάναμε, κακομάθαμε. Γίναμε φιλάργυροι καί πλεονέκτες καί πολύ σπάταλοι στήν ζωή μας. Καί αὐτό γιατί ἡ κρίσις εἶναι πνευματική. Πολύ πιό πρίν ἀπό τήν οἰκονομική κρίση ἄρχισε ἡ κρίσις τῶν ἀρχῶν καί τῶν ἀξιῶν. Ἐκείνη μᾶς ἔφερε σ᾿ αὐτό τό ἀποτέλεσμα. Ἔχουμε ἀναγάγει τήν ἀπληστία καί τήν πλεονεξία σέ ἀρετή. Τιμοῦμε τό χρῆμα πολύ περισσότερο ἀπό ὅ,τι ἀξίζει. Καταπατοῦμε τό δίκαιο τοῦ ἄλλου γιά τήν ἱκανοποίηση τῶν προσωπικῶν μας ἐπιθυμιῶν.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε, ὅτι πήραμε λάθος δρόμο. Εἶναι καιρός νά συνέλθουμε, νά αἰσθανθοῦμε  τό λάθος μας καί νά γυρίσουμε πίσω. Ποῦ πίσω; Στόν Θεό καί στούς ἁγίους μας. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων νά μᾶς φωτίσει. Νά βοηθήσει νά καταλάβουμε, τί χρειάζεται νά κάνουμε. Νά νιαστοῦμε γιά τά πνευματικά, πού τά ξεχάσαμε ἐντελῶς. Νά ἐνδιαφερθοῦμε γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἀμήν.-

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Ἅγιος Νικόλαος (6-12-2011)

Ἐγκρατείας διδάσκαλος.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος εἶναι ἀπό τούς μεγαλύτερους καί πιό γνωστούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Μετά τήν Παναγία καί τόν ἅγιο Γεώργιο εἶναι ὁ περισσότερο γνωστός σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο. Πολλοί χριστιανοί φέρουν τό ὄνομά του καί πολλοί τόν ἔχουν συνέχεια στό στόμα τους, ἐπικαλούμενοι τίς πρεσβεῖες του καί τήν βοήθειά του.
Ὅλη του ἡ ζωή ἦταν γεμάτη ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπίες.  Γι᾿ αὐτό καί Νικόλαος σημαίνει, ὅτι νίκησε τόν λαό, κατέκτησε τίς καρδιές τοῦ κόσμου, ἀλλά καί ὁ λαός νικᾶ ἔχοντας τήν βοήθειά του.
Τό φωτεινό παράδειγμά του καί τήν ἁγία ζωή του καλούμεθα ὅλοι νά ἀκολουθήσουμε. Λίγα λόγια θά ποῦμε ἀπό τή θαυμαστή ζωή του, γιά νά γνωρίσουμε πῶς πρέπει νά εἶναι καί ἡ δική μας ζωή.
Γεννήθηκε μέσα στούς διωγμούς ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καί ἐνάρετοι. Πιστοί καί ἀφοσιωμένοι στό Θεό. Ἦσαν ἀρκετά εὔποροι, γι᾿ αὐτό καί φρόντισαν γιά τήν ἱκανοποιητική μόρφωσή του. Ὅμως πρίν ἀπό τήν κοσμική μόρφωση νιάστηκαν νά τοῦ διδάξουν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπό ἐνωρίς ὁ Νικόλαος ἔδειχνε τί θά γίνει, ὅταν μεγαλώσει. Ἀπό μικρός ἔδειξε τήν ἀγάπη του στό Θεό. Περνοῦσε τίς ἡμέρες του μέ προσευχή καί νηστεία. Νήστευε κάθε Τετάρτη καί Παρασκευή, χωρίς νά πάθει κάτι κακό ἀπό τήν νηστεία. Τό λέω αὐτό, διότι πολλοί γονεῖς δέν ἐπιτρέπουν στά παιδιά τους νά νηστεύσουν, ἀπό φόβο μήπως ἀρρωστήσουν, μήπως πάθουν κάτι.
Τό θέμα εἶναι ὅτι σήμερα δημιουργοῦνται προβλήματα ὑγείας σέ μικρούς καί μεγάλους ἀπό τήν πολυφαγία καί ὄχι ἀπό τήν νηστεία. Πρέπει ἀπό μικρά στήν ἡλικία νά τά διδάξουμε νά βάζουν τό κεφάλι κάτω ἀπό τόν ἐλαφρύ ζυγό τοῦ Κυρίου. Ἄν δέν μάθουν ἀπό τώρα, οὔτε καί ὅταν μεγαλώσουν θά θέλουν νά ἀκολουθοῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.
Δυστυχῶς ἐκεῖνοι πού κακομαθαίνουν τούς νέους, γιά νά μή πῶ καί τούς διαφθείρουν, τούς ὁδηγοῦν στό κακό εἶναι οἱ μεγαλύτεροι καί κυρίως οἱ γονεῖς. Αὐτούς τούς γονεῖς, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σάν ἐγκληματίες θά τούς καταδικάσει ὁ Θεός.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος Τετάρτη καί Παρασκευή ὄχι μόνο νήστευε, ἀλλά καί βρέφος πού ἦταν τίς ἡμέρες τῆς νηστείας δέν θήλαζε ἀπό τήν μητέρα του. Γι᾿ αὐτό καί τό ἀπολυτίκιό του τόν ἀποκαλεῖ ἐγκρατείας διδάσκαλον.
Ὅταν ἔφτασε σέ νεανική ἡλικία πέθαναν καί οἱ δύο γονεῖς του.  Γιά νά σκεφθοῦμε τώρα, ἕνας νέος μέ χρήματα, χωρίς τήν ἐπίβλεψη καί τόν ἔλεγχο τῶν γονέων του τί θά ἔκαμνε; Θά ζοῦσε ἀχαλίνωτα μέσα στίς διασκεδάσεις, στά ξενύχτια, στήν ἀσωτεία. Οὔτε Θεό θά ὑπολόγιζε, οὔτε ἀνθρώπους θά ντρεπόταν. Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὅμως εἶχε στερεές βάσεις, γερά θεμέλια, καλές χριστιανικές ἀρχές ἀπό μικρό παιδί. Οὔτε καί τότε ἔκανε κάτι κακό. Μοίρασε τήν περιουσία του στούς φτωχούς ἐνῷ ὁ ἴδιος συνέχιζε νά ζεῖ περιορισμένα, μέ πολλή ἐγκράτεια καί λιτότητα.
 Ὅταν ζοῦμε μέ λιτότητα καί ἐγκράτεια μποροῦμε νά δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὅπως ἔκανε καί ὁ ἅγιος. Ἄν εἴμαστε σπάταλοι καί ξοδεύουμε ἀσυλλόγιστα, τότε ἀσφαλῶς δέν μποροῦμε νά κάνουμε κανένα καλό. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά θά ἔρθει καιρός πού καί ἐμεῖς μέ τά πολλά κάποτε θά πεινάσουμε.
 Θυμηθεῖτε τόν ἄσωτο υἱό τῆς παραβολῆς, πού εἶπε ὁ Κύριος. Ἔφτασε στό οἰκτρό κατάντημα τό ἀρχοντόπουλο ἐκεῖνο, νά μή ἔχει νά φάει καί νά προσπαθεῖ νά γεμίσει τό στομάχι του μέ τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι.
Ἀλλά, ἀγαπητοί μου, ὅταν λέμε ἐγκράτεια, δέν ἐννοοῦμε μόνο τήν νηστεία, τήν ἀποφυγή τοῦ φαγητοῦ. Ἡ ἐγκράτεια μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περιλαμβάνει μεγάλο χῶρο καί πολλή ἔκταση. Ἐπεκτείνεται καί σέ ἄλλες πλευρές, σέ ἄλλους τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Σέ μία του ὁμιλία ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ψεύδους, καταλαλιᾶς καί ἐπιορκίας. Μέ ἄλλα λόγια νά ἔχουμε ἐγκράτεια στήν γλώσσα μας, νά βάζουμε χαλινάρι στή γλώσσα μας. Ὅταν εἶναι ἀχαλίνωτη κάνει μεγάλη ζημιά. Ὅπως λέει ἡ παροιμία, κόκκαλα δέν ἔχει καί κόκκαλα τσακίζει. Πολύ εὔκολα γλυστράει ἡ γλώσσα καί μᾶς παρασύρει σέ πολλά κακά. Πολλοί πού δέν προσέχουν τώρα τήν γλώσσα τους καί δέν δίνουν σημασία στά λόγια τους, θά ἔρθει καιρός, πού θά παρακαλοῦσαν νά ἦταν ἄλαλοι καί μουγγοί, νά μή εἶχαν στόμα καί νά μή μιλοῦσαν καθόλου.
Λέγει καί ὁ Χριστός μέσα στό Εὐαγγέλιο, ἀπό τό στόμα σου θά σέ καταδικάσω, δοῦλε πονηρέ.
Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τό στόμα, γιά νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί μαζί του. Δηλαδή νά ψάλλουμε καί νά προσευχώμαστε. Κι᾿ ἐμεῖς μέ αὐτό δαγκώνουμε τούς συνανθρώπους μας καί βλασφημοῦμε τόν Θεό, ρίχνουμε ἄφθονο δηλητήριο.
Ὅμως, γιά νά τελειώσουμε, ἀφήνουμε ἄλλους τομεῖς τῆς ἐγκρατείας, γιά νά ποῦμε δύο λόγια γιά τήν ἐγκράτεια τῶν ὀφθαλμῶν. Προσοχή στά μάτια μας. Νά τά ἐλέγχουμε, νά μή τά ρίχνουμε σέ ἄπρεπα θεάματα. Οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθά βλεπέτωσαν, διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή. Ἄν δέν τό κάνουμε αὐτό, δέν θά ἀποφύγουμε πολλές καί βαριές ἁμαρτίες. Ἔτσι ὁ βασιλιάς Δαβίδ ὁδηγήθηκε στό διπλό ἁμάρτημα τῆς μοιχείας καί τοῦ φόνου καί ἔπειτα ἔκλαιγε μετανοημένος μιά ὁλόκληρη ζωή. Μετά τό πάθημά του παρακαλοῦσε τόν Θεό, ἀπόστρεψον τούς ὀφθαλμούς μου τοῦ μή ἰδεῖν ματαιότητα. 
Θά μᾶς πεῖ πάλι ὁ Μέγας Βασίλειος κάθε κάλλος ξένο, πού δέν μᾶς ἀνήκει, εἶναι μάταιον καί ἐμεῖς δέν πρέπει νά ρίχνουμε πάνω του τά μάτια μας.
Ἐγκράτεια πρέπει νά ἔχουμε ἀπό ἀκάθαρτους λογισμούς. Νά σταματήσουμε τήν ἁμαρτία, νά ἀποξενωθοῦμε ἀπό τά πάθη, τίς πονηρές ἐπιθυμίες. Ἡ πολύπλευρη ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς, αὐτῆς πού γίνεται πρόξενος αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ἀγαπητοί μου,
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἶναι ἐγκρατείας διδάσκαλος. Ἐμεῖς νά κοιτάξουμε νά γίνουμε μαθηταί του. Νά διδαχθοῦμε ἀπό αὐτόν τήν ἐγκράτεια. Νά προσπαθήσουμε νά προοδεύσουμε σ᾿ αὐτήν, γιά νά πάρουμε καλό βαθμό. Ὁ βαθμός μας θά εἶναι ἡ σωτηρία μας, ἡ κατάκτηση τοῦ οὐρανοῦ. Ἀμήν.-


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Ἁγία Βαρβάρα (4-12-2011)


Ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, ἕνας Σέρβος ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, λέει ὅτι οἱ βίοι τῶν Ἁγίων φανερώνουν σαφῶς καί ἀποδεικνύουν, ὅτι κάθε ἅγιος εἶναι ὁ Χριστός ἐπαναλαμβανόμενος. Στό πρόσωπο κάθε ἁγίου βλέπουμε τόν Χριστό. Στήν πραγματικότητα αὐτό εἶναι καί κάθε χριστιανός, κατά τό μέτρο βέβαια τῆς πίστεώς του. Ὅσο περισσότερο πιστεύει, τόσο περισσότερο ἅγιος εἶναι, τόσο περισσότερο ἁγιοποιεῖται.
Τό πρῶτο μας ἐπάγγελμα δέν εἶναι τό βιοποριστικό, αὐτό πού κάνει ὁ καθένας μας, γιά νά βγάλει τό ψωμί του, τό ψωμί τῶν παιδιῶν του, τῆς οἰκογένειάς του. Τό πρῶτο μας ἐπάγγελμα εἶναι ἡ χριστιανική μας ἰδιότητα. Δηλαδή ὅπου βρεθοῦμε καί ὅπου σταθοῦμε, μέ τήν παρουσία μας, μέ τά λόγια μας, μέ ὅλη μας τήν ζωή νά ἀναγγέλουμε, νά κηρύττουμε, νά φανερώνουμε στόν κόσμο τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἡ Ἐκκλησία μας μέ τίς ἀκολουθίες της, τά κηρύγματά της, μέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις της δέν κάνει τίποτε ἄλλο, ἀπό τό νά μᾶς προσκαλεῖ σ᾿ αὐτό. Νά μιμούμεθα καί νά ἐπαναλαμβάνουμε τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τόν ἅγιο, πού γιορτάζουμε.
Αὐτό πού σᾶς λέω τώρα ἔχει σχέση μέ τήν ἁγία Βαρβάρα, πού γιορτάζουμε σήμερα. Ὅπως λέει τό συναξάρι της, ὁ βίος της, ἦταν ὡραιότατη καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, γι᾿ αὐτό καί πολλοί μνηστῆρες τήν ζητοῦσαν σέ γάμο. Ὁ πατέρας της, γιά νά τήν προστατεύσει, ἔχτισε ἕναν πύργο καί τήν ἔβαλε μέσα.
Κάποια μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ ἀρχοντικοῦ της. Κατέβηκε νά ἀνοίξει ἡ ἴδια ἡ Βαρβάρα, πού ἀκόμη δέν εἶχε γίνει χριστιανή, καί βλέπει μπροστά της μία νέα, ἄγνωστη, πού πουλοῦσε κεντήματα. Τήν ἀνέβασε πάνω στό σπίτι της καί ἔβλεπε τά κεντήματα τῆς κοπέλας.
Τά μάτια τῆς Βαρβάρας ἔπεσαν σέ ἕνα κέντημα, πού εἶχε ἕνα πρόβατο. Τί εἶναι αὐτό; ρώτησε. Ἄ, αὐτό εἶναι ὁ Θεός μου, ἀπάντησε ἡ ξένη. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἕνα πρόβατο νά εἶναι Θεός; ρώτησε πάλι μέ ἀπορία. Ἡ ἄγνωστη κοπέλα τότε βρῆκε εὐκαιρία καί τῆς μίλησε γιά τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἵρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Ἔτσι ξεκίνησε ἡ κατήχηση τῆς Βαρβάρας. Κατόπιν τήν ὁδήγησε σ᾿ ἕναν πνευματικό, ὁ ὁποῖος τήν ἐδίδαξε συστηματικότερα τίς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου καί τήν βάπτισε χριστιανή.
Τό περιστατικό αὐτό ἐξηγεῖ καί ἑρμηνεύει ἐκεῖνο, πού σᾶς εἶπα πιό μπροστά, ὅτι ὅλοι μας παντοῦ καί πάντοτε, ὅπου βρεθοῦμε καί ὅπου σταθοῦμε, μποροῦμε καί πρέπει νά κηρύττουμε τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Οἱ διάφοροι αἱρετικοί, πού πηγαίνουν ἀπό πόρτα σέ πόρτα καί διαδίδουν τά ψεύδη καί τίς πλάνες τους, εἴτε προτεστάνται λέγονται, εἴτε χιλιασταί λέγονται, εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο, δέν εἶναι οἱ παπάδες καί οἱ δεσποτάδες τους. Ἁπλοί ἄνθρωποι εἶναι. Ἔχουν ὅμως ζῆλο γιά τήν πλάνη τους καί προσπαθοῦν νά τήν διαδώσουν καί νά παρασύρουν καί ἄλλους ἀνθρώπους μαζί τους στήν καταστροφή. Ἄν δεῖτε τήν Ἁγία Γραφή, πού κρατοῦν στά χέρια τους, τήν ἔχουν φάει κυριολεκτικά. Τήν ἔλειωσαν μέ τά δάχτυλά τους ἀπό τήν συνεχῆ ἀνάγνωση. Οἱ δικές μας, ἄν ἔχουμε,  εἶναι ὁλοκαίνουργιες, ἄθικτες, γιατί δέν τίς ἀνοίγουμε ποτέ νά μελετήσουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Δυστυχῶς, ὅπως εἶπε καί ὁ Κύριος, οἱ υἱοί τοῦ σκότους εἶναι φρονιμότεροι, εἶναι καλύτεροι καί πιό δραστήριοι ἀπό ἐμᾶς, τοὐλάχιστον σ᾿ αὐτό τό σημεῖο.
Ἀπό τό πιό πάνω περιστατικό, πού ἀναφέραμε, βλέπουμε τήν ἀξία, πού ἔχουν οἱ εἰκόνες. Λένε, μιά εἰκόνα, χίλιες λέξεις. Στήν Ὀρθόδοξη πίστη μας οἱ ἅγιες εἰκόνες ἔχουν τήν ἴδια ἀξία μέ τά ἱερά Εὐαγγέλια. Μή μᾶς φαίνεται ὑπερβολικό. Βέβαια οἱ διάφοροι αἱρετικοί μᾶς κατηγοροῦν, ὅτι τάχα εἴμαστε εἰδωλολάτρες, γιατί ἀσπαζόμαστε καί τιμοῦμε τίς ἅγιες εἰκόνες. Ἄς δοῦμε ὅμως εἶναι ἔτσι;
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ὀνομάζει τίς εἰκόνες γλωττοφόρον βιβλίον. Ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής ἔγραψε τό Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο δέχονται καί οἱ αἱρετικοί καί μάλιστα κόπτονται δῆθεν γι᾿ αὐτό. Τί ἔγραψε στό Εὐαγγέλιο; Ὅλη τήν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ. Ἔ, καί ὁ ζωγράφος τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔκανε. Ὁ ἕνας στό χαρτί, ὁ ἄλλος πάνω στό σανίδι. Καί οἱ δυό τό ἴδιο μᾶς διδάσκουν. Γιατί ψευδομάρτυρες τοῦ Ἱεχωβᾶ καί λοιποί αἱρετικοί προσκυνεῖτε δῆθεν τήν Βίβλο, ἀλλά καταπατεῖτε καί βδελύσσεσθε τήν εἰκόνα; Σέ τί διαφέρει τό χαρτί ἀπό τό σανίδι ἤ τόν ἀσβέστη; Σέ τί διαφέρει τό μελάνι ἀπό τά χρώματα; Ὅλα εἶναι ὕλη  καί προσφέρουν τήν ἴδια ἐργασία. Δέν τιμοῦμε τό σανίδι ἤ τά χρώματα, ἀλλά τό πρόσωπο, πού εἰκονίζει. Πολύ σωστά γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος: Ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει. Δέν λατρεύουμε τήν εἰκόνα, ἀλλά τόν ἐν αὐτῇ εἰκονιζόμενο Χριστό.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, πού γιορτάζει σήμερα μέ τήν Ἁγία Βαρβάρα λέει. Ἐάν κάποιος ἀπό τούς ἀπίστους ἤ τούς εἰδωλολάτρες σοῦ πεῖ, δεῖξε μου τήν πίστη σου, γιά νά πιστεύσω κι᾿ ἐγώ, τόν φέρνεις στήν Ἐκκλησία καί τοῦ δείχνεις ὅλον τόν διάκοσμο τῶν ἱερῶν εἰκόνων, τίς μορφές τῶν Ἁγίων. Ρωτάει ὁ ἄπιστος, ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἐσταυρωμένος; Ποιός εἶναι αὐτός, πού καταπατεῖ τήν κεφαλήν τοῦ γηραιοῦ τούτου; (τοῦ ἅδη δηλαδή). Τότε ἀπό τήν εἰκόνα λαμβάνεις ἀφορμή καί τοῦ διδάσκεις ὅλα γύρω ἀπό τόν Χριστό καί τό σωτηριῶδες ἔργο, πού ἐπετέλεσε. Δηλαδή ὅ,τι ἀκριβῶς ἔκανε ἐκείνη ἡ ἄγνωστη κοπέλα στήν ἁγία Βαρβάρα, πού πῆρε ἀφορμή ἀπό ἕνα κέντημα μέ τό πρόβατο καί τῆς μίλησε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό.

Ἀλλά, ἀγαπητοί μου, γιά νά τελειώσουμε, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Θεός μᾶς ἐδημιούργησε κατ᾿ εἰκόνα δική Του. Αὐτό σημαίνει, ὅτι δέν μποροῦμε νά περιφρονοῦμε, δέν ἐπιτρέπεται νά ὑποτιμοῦμε τόν ἄνθρωπο. Δέν εἶναι σωστό νά προσβάλουμε, νά φτύνουμε, νά μουτζώνουμε κανένα ἄνθρωπο. Ὅλοι ἔχουν τήν ἴδια ἀξία εἴτε εἶναι πλούσιοι εἴτε φτωχοί, εἴτε εἶναι πτυχιοῦχοι ἤ ἀγράμματοι.
 Ὅταν ἔχουμε κάποιον στή δούλεψή μας, τοῦ δίνουμε τό κανονικό μεροκάματο; Ἐμεῖς ζητοῦμε ὁλόκληρο τόν μισθό μας. Γιατί μειώνουμε τόν μισθό τοῦ ἄλλου; Δέν ἐκμεταλευόμαστε τούς ξένους, τούς ἀλλοδαπούς. Καί αὐτοί παιδιά τοῦ ἴδιου Θεοῦ εἶναι, ἄσχετα ἄν δέν τόν γνωρίζουν. Κι᾿ ἐμεῖς πού τόν γνωρίζουμε, πόσο καλύτεροι καί ἀνώτεροι εἴμαστε; Μέ τό νά τούς ἐκμεταλλευώμαστε, προσβάλλουμε τόν ἴδιο τόν Θεό.
Ἀκόμη δέν ἀλλοιώνουμε τό πρόσωπό μας μέ τά ὑπερβολικά βαψίματα. Ἔτσι χαλοῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί βάζουμε προσωπεῖο. Φοροῦμε δηλαδή μάσκα, εἰκόνα τοῦ διαβόλου. Δείχνουμε ἐκεῖνο, πού πραγματικά εἴμαστε, ἀλλά τό κρύβουμε καί τό ἀποκαλύπτουμε τίς ἀποκριές. Ὅτι δηλαδή εἴμαστε μασκαράδες.
Ἐπίσης δέν καταστρέφουμε τό σῶμα μας μέ τίς ἁμαρτίες καί ἀπροσεξίες μας. Δέν τό ξεγυμνώνουμε, δέν τό περιφέρουμε προκλητικά γυμνό ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ,  ἀλλά τό σεβόμαστε, τό τιμοῦμε, τό διατηροῦμε ἁγνό καί καθαρό, γιατί δέν εἶναι κάποια κιλά κρέατος, εἶναι ναός τοῦ ἐν ἡμῖν ἁγίου Πνεύματος, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου.
Ἕνα ἀπό τά βασανιστήρια τῆς ἁγίας Βαρβάρας ἦταν νά τήν ξεγυγνώσουν καί γυμνή νά τήν περιφέρουν στούς δρόμους, γιά νά τήν διαπομπεύσουν καί νά τήν ρεζιλέψουν. Ὅμως ὁ Θεός δέν ἐπέτρεψε κάτι τέτοιο. Τήν διεφύλαξε μέ θαυμαστό τρόπο. Τήν στιγμή, πού προσπαθοῦσαν νά τήν ξεγυμνώσουν, τήν ἴδια στιγμή ὁ Θεός τήν ἔντυνε μέ ἄλλα ἐνδύματα καλύτερα καί λαμπρότερα. Ἕνα σύννεφο κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί τήν σκέπασε, τύλιξε τό ἁγνό σῶμα της, μή ἐπιτρέποντας σέ κανένα νά τό δεῖ. Ὅταν λοιπόν ὁ Θεός θέλει ντυμένο τό σῶμα μας καί σκεπασμένο μέ σεμνή ἐνδυμασία, ἐμεῖς δέν ἐπιτρέπεται  νά τό ξεγυμνώνουμε καί νά τό προσβάλουμε.
Νά τιμοῦμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέ τόν καλύτερο τρόπο, γιά νά τιμήσει κι᾿ ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἡ καλύτερη τιμή εἶναι νά μᾶς κάνει παιδιά του, νά μᾶς βάλει στόν Παράδεισο, νά μᾶς χαρίσει τήν Βασιλεία Του. Ἀμήν.-

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή ΙΓ΄Λουκᾶ (29-11-2009)

Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.


Ἀσχολούμενοι μέ τήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή κάπου χαιρόμαστε καί κάπου λυπόμαστε. Χαιρόμαστε, γιατί ὁ πλούσιος αὐτός νεανίσκος ἐμφανίζεται σάν πιστός τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Λυπόμαστε, γιατί τόν βλέπουμε νά σταματάει τήν πνευματική του πρόοδο.
Στήν ἀρχή ρώτησε τόν Χριστό, τί πρέπει νά κάνει γιά νά ἔχει ζωή αἰώνια. Αὐτό δείχνει, ὅτι ἔχει εὐγένεια ψυχῆς. Ὅτι εἶχε πνευματικές ἀναζητήσεις. Ποθοῦσε τά ὑψηλά καί ὡραῖα. Δείχνει ὅμως καί ἐπιπολαιότητα. Δέν σκέφτηκε, δέν ὑπολόγησε τί θά τοῦ στοιχίσει αὐτή ἡ ἐπιθυμία.
Γιά νά ἐπιτύχει τόν σκοπό του, ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ δεκαλόγου. Οὐ κλέψεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου... Μέ χαρά ὁ νέος ἀπάντησε, ὅτι ὅλα αὐτά τά ἐτήρησε ἀπό μικρό παιδί. Ἄρα δικαιωματικά τοῦ ἀνήκει ὁ παράδεισος. Αὐτό τό σημεῖο ἄς σχολιάσουμε γιά λίγο, ἀγαπητοί μου.
Ὁ πλούσιος αὐτός νέος εἶναι ἀξιόλογος. Εἶναι σεμνός καί θεοφοβούμενος. Ἀπό μικρό παιδάκι ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Σέβεται καί ἐφαρμόζει τίς ἐντολές Του. Δηλαδή δέν ἔχει χάσματα στή ζωή του, δέν  εἶχε πνευματικά διαλύματα. Καί τό λέμε αὐτό, γιατί πολοί ξεκινᾶνε καλά στή ζωή τους, ἀλλά σύντομα ξεκόβουν ἀπό τόν Θεό, ἀπομακρύνονται ἀπό τήν πίστη. Κάποια φορά φεύγουν καί μετά ξαναεπιστρέφουν. Γιά ἕνα διάστημα ζοῦν κατά Θεόν καί ἔπειτα ξεστρατίζουν. Δέν ἔχουν συνέχεια καί συνέπεια στή ζωή τους. Δέν εἶναι σταθεροί στήν πίστη.
Ἀκόμη σημαίνει, ὅτι εἶχε σπουδαίους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔκαναν ἀρκετά καλή δουλειά μέ τήν ἀγωγή, πού τοῦ ἔδωσαν. Ἐργάσθηκαν πάνω στήν ψυχή του. Τά παιδιά μας εἶναι συνήθως ὅ,τι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ γονεῖς. Κάποιες φορές παραπονιόμαστε γιά τά παιδιά μας, γιατί τάχα δέν εἶναι αὐτά πού περιμέναμε, σάν νά ἐμεῖς εἴμασταν οἱ καλοί καί ἅγιοι. Ὅμως εἶναι ἀλήθεια, πώς ἡ ἀγωγή πού τά προσφέραμε ὑπολείπεται σέ πολλά σημεῖα. Εἴμαστε ἐκλεκτικοί στήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν μας καί στήν διδασκαλία μας πρός αὐτά. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν θέλουμε νά γίνουν πολύ καλά. Καλλιεργοῦμε μία ἀρετή καί ἀφήνουμε κάποια ἄλλη νά μείνει ὑπανάπτυκτη. Διδάσκουμε π.χ. τήν ἐλεημοσύνη καί ἀδιαφοροῦμε γιά τήν ἐγκράτεια.
Μιά τέτοια ἀγωγή γίνεται γιά μιά καλή κοινωνική συγκρότηση. Νά γίνει καλός ἄνθρωπος, ὄχι ὅμως καί καλός χριστιανός. Ξέρετε πόσο διαφέρει τό ἕνα ἀπό τό ἄλλο; Ἐπιδιώκουμε νά φανοῦμε καλοί στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, ὄχι νά γίνουμε ἀρεστοί στό Θεό. Πάντοτε μᾶς ἀπασχολεῖ τό ἐρώτημα , τί θά ποῦν οἱ ἄνθρωποι καί ὄχι ποιά εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ. Νά γίνουν τά παιδιά μας ἔντιμοι, ἐργατικοί, μέ κάποια θρησκευτική ἀγωγή, ὅμως χωρίς βάθος, ὄχι ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες. Μιά τέτοια ἀγωγή εἶναι διάτρητη, ἐλειπής, ἐλάττωματική καί αὐτό θά φανεῖ ἀργότερα.
Ὁ σημερινός νέος καμάρωνε, γιατί αὐτές τίς ἐντολές τίς τηροῦσε ἀπό μικρό παιδί. Ἀλήθεια ἦταν, δέν ἔλεγε ψέματα. Μά δέν εἶχε αὐτογνωσία, ὅπως δέν ἔχουμε πολλοί ἀπό ἐμᾶς σήμερα. Πᾶμε νά ἐξομολογηθοῦμε καί λέμε στόν πνευματικό, δέν ἔχω τίποτε. Δέν ἔκλεψα, δέν σκότωσα. Τό μυαλό μας πηγαίνει σέ κάποια χοντρά καί μεγάλα ἁμαρτήματα. Μά ἄν σκοτώναμε ἤ κλέβαμε, δέν θά εἴμασταν, ὄχι χριστιανοί, οὔτε κἄν ἄνθρωποι. Ἄγρια θηρία θά εἴμασταν.  Στή φυλακή θά εἴμασταν. Καί ἐπειδή δέν κάναμε αὐτά, σημαίνει ὅτι εἴμαστε καλοί χριστιανοί; Φροντίζουμε γιά τά παιδιά μας τόσο, ὅσο γιά νά μή μποῦν φυλακή, ὄχι γιά νά μποῦν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή, ὅτι τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου στρέφεται στά πονηρά ἐπιμελῶς ἐκ νεότητος αὐτοῦ. Κι᾿ ἐμεῖς λέμε, ὅτι δέν ἔχουμε ἁμαρτίες; Γιατί πάλι περιοριζόμαστε μόνο στίς πράξεις; Τίς σκέψεις ἤ τίς ἐπιθυμίες μας, γιατί δέν τίς ὑπολογίζουμε, γιατί δέν τίς μετρᾶμε καθόλου; Ἔρχεται καιρός πού μένουμε μέ ἀνοιχτό τό στόμα καί γουρλωμένα τά μάτια. Τό παιδί μας νά κάνει αὐτό τό πράγμα; Ναί τό ἔκανε, γιατί ἦρθε ἡ ὥρα νά φανεῖ, ὅτι ἐμεῖς σάν γονεῖς δέν κάναμε σωστά τήν δουλειά μας, ὅτι ἡ ἀγωγή πού τοῦ δώσαμε δέν ἦταν ἡ σωστή. Ἦταν πασαλείμματα ἀγωγῆς.
Ἡ πνευματική ζωή, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἰσόβια καί ἔχει πρόοδο. Τό σοβαρό λάθος μας εἶναι, τό ὅτι, ἄν ἐπιτύχουμε κάτι, φτάνει λέμε καί σταματᾶμε. Δέν χρειάζεται νά συνεχίσουμε περισσότερο. Ὅμως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος μᾶς λέει κάτι πολύ σπουδαῖο: Μηδαμοῦ ἵστασθαι. Δέν θά σταματήσεις πουθενά. Ποτέ δέν θά πεῖς, καλά εἶμαι ἐδῶ. Θά συνεχίσεις. Σταμάτησες; Ἄρχισες νά ὑποχωρεῖς, θά τά χάσεις ὅλα.
Λέει ὁ Κύριος στό εὐαγγέλιο: Τέλειοι γίνεσθε, ὅπως τέλειος εἶναι ὁ Θεός μας. Θά ρωτήσει κάποιος: Μποροῦμε ἐμεῖς νά γίνουμε τέλιοι; Ἀσφαλῶς δέν μποροῦμε. Μά ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό πάντοτε πρέπει νά συνεχίζουμε τόν ἀγώνα μας καί ποτέ νά μή ἔχουμε σταματημό.
Ἄν θέλουμε τόν παράδεισο, πρέπει νά βαδίσουμε τόν ἀνηφορικό δρόμο καί νά περάσουμε ἀπό τήν στενή πύλη. Ἄν δέν ζοριστοῦμε Βασιλεία Θεοῦ δέν βλέπουμε. Γιατί φοβώμαστε; Γιατί δειλιάζουμε νά συνεχίσουμε; Γιατί δέν ἔχουμε τήν τόλμη καί τόν ἡρωϊσμό νά προχωρήσουμε σέ μιά καλύτερη καί βαθύτερη πνευματική ζωή; Ἡ δειλία εἶναι μεγάλο κακό καί ἁμάρτημα. Εἶναι σοβαρό μειονέκτημα. Ἄν ἀνοίξουμε τήν Ἱερή Ἀποκάλυψη θά δοῦμε τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο νά γράφει: Τῶν δειλῶν τό μέρος ἡ λίμνη ἡ καιομένη ἐν πυρί καί θείῳ. Ὁ νεανίσκος ἔκανε τόσα πολλά. Ἕνα δέν μπόρεσε νά κάνει καί ἔχασε τόν παράδεισο.
Ἐμεῖς σκεφτήκαμε ποτέ, ἄν θά σωθοῦμε μέ αὐτά πού κάναμε;  Δέν χρειάζεται νά εἴμαστε μόνο νοσταλγοί τῆς χαρᾶς τοῦ παραδείσου, ἀλλά νά γίνουμε καί ἀγωνισταί-βιασταί, διότι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιαστεί ἁρπάζουσιν αὐτήν. Ἀμήν.-

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ ( 20-11-2011 )

  «Ἀνθρώπου τινός πλουσίου ἐφόρησεν ἡ χώρα»

     Ὁ πλούσιος τῆς σημερινῆς παραβολῆς, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶχε ἀμέρτητα ἀγαθά. Τά πολλά του κτήματα ἔφεραν καλή σοδειά, εἶχαν μεγάλη παραγωγή. Ὁ ἴδιος ὅμως ἦταν ἀχόρταγος, ἀνικανοποίητος καί ἀνελεήμων. Οἱ ἀποθῆκες του στέναζαν κάτω ἀπό τό βάρος καί τό πλῆθος τῆς συγκομιδῆς. Στενάζει καί ὁ ἴδιος, σάν νά τόν χτύπησε μεγάλο κακό, σάν νά τόν βρῆκε δυστυχία μεγάλη. Ἀνησυχεῖ, προβληματίζεται, δέν ξέρει τί νά κάνει. Δέν ἔχει ποῦ νά συνάξει τήν παραγωγή τῶν κτημάτων του. Παραγωγή πού ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε.
Καί ὅμως τό πρᾶγμα εἶναι πολύ ἁπλό. Ἀφοῦ ἦταν γεμάτες οἱ ἀποθῆκες του, ὅ,τι περίσσευε κάλλιστα μποροῦσε νά τό δώσει στούς φτωχούς. Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, « κάθεται καί στενοχωριέται καί δέν τοῦ κολλάει ὓπνος. Νά οἱ καλύτερες ἀποθῆκες, τά στόματα τῶν πεινασμένων καί τά στομάχια τῶν φτωχῶν». Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἰδιαίτερη εὐλογία, ἀλλ᾿ αὐτός ἄπληστος  καθώς ἦταν, τά ἢθελε ὅλα δικά του, μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Μέ ἄλλα λόγια ἦταν σκληρός ἄνθρωπος, ἀφοῦ δέν τόν συγκινοῦσε καθόλου ἡ φτώχεια καί ἡ δυστυχία τῶν ἄλλων. Θά μᾶς πεῖ ὁ ἱ. Θεοφύλακτος : « Ἐνῷ εἶχε πλούσια καρποφορία, ἦταν ἄκαρπος στήν εὐσπλαχνία».
Καί ἐρωτᾶ ὁ Μέγας Βασίλειος: Γιατί « ἐφόρησεν ἡ χώρα» ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου, πού τίποτε καλό στή ζωή του δέν ἢθελε νά κάνει; Ἀπαντᾶ ὁ ἲδιος: Γιά νά φανεῖ  ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ καί ἡ μακροθυμία Του, πού φτάνει ἀκόμη καί σέ τέτοιους ἄχρηστους ἀνθρώπους. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι ὁ πανάγαθος Θεός «ἀνατέλει τόν ἥλιον ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους». Ὃμως αὐτή ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ πρός τόν πλούσιο, πού δέν συγκινήθηκε καθόλου, τοῦ ἑτοιμάζει τήν μεγαλύτερη κόλαση. Ἡ εὐφορία τῆς γῆς  εἶναι μεγάλη εὐλογία, ἀλλ᾿ αὐτή ἡ εὐλογία πρός τούς πονηρούς γίνεται παγίδα, λόγῳ τῆς κακῆς προαιρέσεώς των. Ὃσα περισσότερα προσφέρει ὁ Θεός, τόσα περισσότερα περιμένει νά προσφέρουμε κι᾿ ἐμεῖς. Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος μᾶς δίνει τά ἀγαθά Του, μᾶς γεμίζει μέ τίς εὐλογίες Του, καί μᾶς κάνει ὂχι ἰδιοκτῆτες, ἀλλά διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν Του. Πού σημαίνει ὃτι κι᾿ ἐμεῖς πρέπει νά φανοῦμε σπλαχνικοί στούς ἄλλους. Καί ἄν αὐτό δέν γίνει, τότε «ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας».
Στίς ἡμέρες μας ἒχει ἐξελιχθεῖ τόσο πολύ ἡ τεχνική καί ἡ ἐπιστήμη, ἔχει ὁ ἄνθρωπος τόσα μέσα στήν διάθεσή του καί πιό συγκεκριμένα στόν τομέα τῆς γεωργίας, ὣστε πολλές φορές, ὅταν ἔχουμε πλούσια καρποφορία, νά μή θέλουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά τήν πετοῦμε στά σκουπίδια. Γεμίζουν οἱ χωματερές μέ διάφορα ἀγροτικά προϊόντα, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία καί σήμερα ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού πεινοῦν καί στεροῦνται, πού δέν ἒχουν νά φᾶνε καί ὑποφέρουν. Ὑπάρχουν ἱδρύματα πού ἔχουν πολλές ἐλλείψεις καί μεγάλες ἀνάγκες. Κι᾿ εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί προσβολή πρός τόν Θεό, νά πετοῦμε σάν ἄχρηστη τήν εὐλογία Του, τά δῶρα Του, πού τόσο πλουσιοπάροχα μᾶς δίνει.
Ὑπάρχουν ὅμως χρονιές πού ὁ Θεός μᾶς στερεῖ τήν εὐλογία Του. Ἄλλοτε ἡ ξηρασία, ἄλλοτε ἡ παγωνιά ἢ τό χαλάζι καταστρέφουν τήν παραγωγή. Ποτέ  δέν εἶναι τυχαῖα αὐτά τά πράγματα. Ἄλλοτε πάλι ἔχουμε ὑπερπαραγωγή, ἀλλά μειωμένες τιμές. Τότε τά βάζουμε μέ ὅλους καί μέ ὅλα. Φταίει τό κράτος μέ τήν κακή ἀγροτική πολιτική, φταίει ὁ  ἕνας, φταίει ὁ ἄλλος καί ποτέ  δέν φταίμε ἐμεῖς, δηλ. οἱ γεωργοί, οἱ παραγωγοί.
Κάποτε στήν Ἀμερική ἔσφαζαν τά ζῶα καί τά ἔθαβαν, γιά νά μή πέσει ἡ τιμή τοῦ κρέατος. Στή Ρωσία πάλι ἔκαιγαν τό σιτάρι ἢ τό πετοῦσαν στήν θάλασσα, γιά νά μή μειωθεῖ ἡ τιμή του. Καί σήμερα στή Ρωσία πεινοῦν, δέν ἔχουν σιτάρι νά φᾶνε...Ἀφοῦ δέν θέλουμε, δέν δεχόμαστε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός μᾶς τήν στερεῖ. Δέν εἲμαστε ἄξιοι τῶν δωρεῶν Του καί παίρνει τήν χάρη Του ἀπό ἐπάνω μας. Συμβαίνει πολλές φορές αὐτό πού ψάλλουμε στήν Ἀρτοκλασία: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν...».
Κάποτε ὁ γεωργός πρίν βάλει τό χέρι στό ἀλέτρι γιά νά ὀργώσει, σήκωνε τά μάτια του στόν οὐρανό. Ἔκαμνε τόν σταυρό του καί κατόπιν ἄρχιζε τήν ἐργασία του. Τώρα ξεχάσαμε τόν Θεό. Ἐργαζόμαστε μόνοι μας, μέ τά προηγμένης τεχνολογίας ἐργαλεῖα, χωρίς τήν βοήθειά Του. Νομίζουμε πώς εἴμαστε αὐτάρκεις καί δέν ἔχουμε ἀνάγκη τόν Θεό. Ἄν τόν θυμώμαστε, εἶναι γιά νά Τόν ὑβρίσουμε καί νά Τόν βλασφημήσουμε. Ἀλλά, ἀδελφοί μου, ὅταν μέ ὕβρεις σπέρνουμε καί μέ βλασφημίες θερίζουμε, τί καρπούς θά ἔχουμε νά μαζέψουμε; Ἄν καταπατοῦμε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς, πού εἶναι μία μεγάλη, σπουδαία, σοβαρή ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα τήν καταπατοῦμε ἐπισήμως, δηλ. μέ νόμο ψηφισμένο ἀπό τήν Βουλή Ὀρθοδόξου Κράτους, τό καλό θά ἔχουμε νά περιμένουμε; Ἀκόμη διερωτώμεθα τί φταίει;
Διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή: «Ὃς καταφρονεῖ πράγματος καταφρονηθήσεται ὑπ᾿ αὐτοῦ». Καί ἄν ἐμεῖς περιφρονοῦμε τόν Θεό, τότε θά μᾶς περιφρονήσει κι᾿ Ἐκεῖνος καί τότε θά γίνει πραγματικότης αὐτό πού διαβάζουμε «θά σπέρνετε καί δέν θά θερίζετε».
Ἄς προσέξουμε τό παρακάτω, πού εἶναι καί τό τελευταῖο.
Ὃλοι αὐτοί πού διαμαρτύρονται γιά τήν κακή ἀγροτική πολιτική, καί δέν ἔχουν ἴσως ἄδικο, κατεβαίνουν σέ ἀπεργίες, σέ διαμαρτυρίες, κλείνουν τοὺς δρόμους καί δημιουργοῦν τόσα σοβαρά προβλήματα σέ πολλούς ἄλλους συνανθρώπους μας, πού στό κάτω-κάτω δέν φταῖνε σέ τίποτε. Διαμαρτύρονται, φωνάζουν μά κανείς δέν τούς ἀκούει. Πουθενά δέν μποροῦν νά βροῦν τό δίκαιό τους οὒτε ἀπό τήν Κυβέρνηση, οὒτε ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Καί ὅμως ὑπάρχει λύσις καί εὒκολη καί σίγουρη, πολύ ἀποτελεσματική. Θά τό πῶ καί πολλοί σας θά γελάσετε. Θά τό πῶ καί θά μέ εἰρωνευτεῖτε. Θά τό πῶ καί ἄς μή τό πιστέψετε, ἄς μή τό δεχτεῖτε. Ὅλοι αὐτοί πού κατεβαίνουν στούς δρόμους εἶναι χριστιανοί, ἔτσι δέν εἶναι; Κατεβαίνουν στούς δρόμους, φωνάζουν, διαμαρτύρονται ἀλλά δέν τούς ἀκούει κανείς. Ἄν ὅλοι αὐτοί, ἀντί νά κατέβουν στούς δρόμους, γέμιζαν τίς Ἐκκλησίες καί ἔκαμναν προσευχή, ἔκαμναν Θεία Λειτουργία καί ζητοῦσαν τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ἀσφαλῶς θά τούς ἂκουγε καί τότε καί καλή σοδειά θά εἶχαν καί οἱ τιμές θά ἦσαν ἱκανοποιητικές καί ὃλα θά πήγαιναν μιά χαρά. Ἄλλά δέν τό πιστεύουμε γι᾿ αὐτό καί δέν τό κάνουμε. Μέ τό νά εἲμαστε κι᾿ ἐμεῖς ἂφρονες, περιφρονοῦμε τόν Θεό, Τόν βγάζουμε ἀπό τήν ζωή μας καί ἔχουμε αὐτά τά θλιβερά ἀποτελέσματα. Δέν εἲμαστε εὐχαριστημένοι καί ἱκανοποιημένοι μέ τίποτε.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Οἱ ὑποθέσεις μας, ἄς τό καταλάβουμε ἐπί τέλους, δέν τακτοποιοῦνται μόνο μέ τήν προσωπική μας ἐργασία, ἀλλά κυρίως καί πρό πάντων μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. « Οὐ τοῦ σπείροντος, οὐδέ τοῦ θερίζοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ».  Γι᾿ αὐτό ἄς προσκαλέσουμε τόν Θεό στή ζωή μας. Αὐτός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί  «ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν». Ἄς ἐργαζώμεθα πάντοτε σύμφωνα μέ τό Ἅγιο θέλημά Του, γιά νά στέλνει σέ ὅλους μας πλούσια τήν χάρη Του καί τήν εὐλογία Του. Ἀμήν.


Κυριακή Η΄Λουκᾶ (13-11-2011)

 Τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;

Ἕνας νομοδιδάσκαλος, θεολόγος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πλησίασε τόν Χριστό καί τόν ρώτησε τί πρέπει νά κάνει, γιά νά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή;
Ἡ ἐρώτηση τοῦ νομικοῦ κατ᾿ ἀρχήν φαίνεται νά εἶναι πολύ καλή, σπουδαία. Ἔπαυσε ὅμως νά εἶναι τέτοια, ἀφοῦ ἡ πρόθεσή του ἦταν πονηρή. Σκοπός του δέν ἦταν νά μάθει κάτι, πού δέν γνώριζε, ἀλλά νά παγιδεύσει τόν Ἰησοῦ. Νά τόν φέρει σέ δύσκολη θέση. Νά πεῖ κάτι διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνα, πού εἶπε ὁ Μωϋσῆς καί νά τόν κατηγορήσει. Ὑποκρίνεται, ὅτι τόν τιμᾶ, ἀλλά παραμονεύει νά τόν ἁρπάξει. Ἔτσι καταλαβαίνουμε, πώς δέν εἶναι ἀρκετό νά μιλᾶμε γιά τά θεῖα, γιά πράγματα θρησκευτικά καί πνευματικά, δέν ἀρκεῖ νά ἐρευνοῦμε τά θέματα τῆς πίστεως. Πρέπει καί ἡ πρόθεση μέ τήν ὁποία μιλᾶμε καί ἐρευνοῦμε νά εἶναι ἁγνή καί εἰλικρινής.
Ὁ νομικός ὄφειλε νά γνωρίζει, ὅτι πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς δίνει  σαφή καί ξεκάθαρη ἀπάντηση. Αὐτή μᾶς φωτίζει καί μᾶς ὁδηγεῖ. Εἶναι πολύ σπουδαῖο, εἶναι μεγάλη εὐλογία τό ὅτι ἔχουμε γραμμένο καί κρατοῦμε στά χέρια μας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά γνωρίζουμε μέ βεβαιότητα τί θέλει ὁ Θεός καί τί ζητάει ἀπό ἐμᾶς. Ἐφόσον δέ τό ἔχουμε γραμμένο, ὀφείλουμε νά τό μελετᾶμε, νά τό ζοῦμε καί νά τό διδάσκουμε καί στούς ἄλλους. Ὀφείλουμε εὐχαριστίες πολλές καί εὐγνωμοσύνη στούς ἁγίους Εὐαγγελιστές, πού μᾶς παρέδωσαν τά ἱερά κείμενα, ὅπως καί στόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο, πού σήμερα τόν ἑορτάζουμε καί τιμοῦμε τήν μνήμη του.
Ὁ νομοδιδάσκαλος ρώτησε τόν Χριστό τί πρέπει νά κάνει καί ὁ Κύριος τοῦ εἶπε νά ἐφαρμώσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι γραμμένες μέσα στήν Ἁγία Γραφή, μέ πρώτη καί καλύτερη τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἡ κορυφαία, ἡ μεγαλύτερη ἐντολή. Ἀγάπη πρός τόν Θεό καί στόν πλησίον μας.
Τό θέμα εἶναι ποιός εἶναι ὁ πλησίον; Οἱ ραββίνοι τῶν Ἑβραίων ἐδίδασκαν, ὅτι πλησίον τους εἶναι μόνο οἱ ὁμοεθνεῖς καί ὁμόθρησκοι, ὄχι οἱ εἰδωλολάτρες. Ἔτσι οἱ ἰσραηλίτες δέν ἦταν ὑποχρεωμένοι νά βοηθήσουν ἕναν ἐθνικό, οὔτε ὅταν ἀκόμη διέτρεχε κίνδυνο θανάτου. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν, πᾶς μή Ἕλλην βάρβαρος. Κανείς δέν ἔχει ἀξία, παρά μόνο οἱ Ἕλληνες. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι γιά πέταμα, δέν ἀξίζει νά ἀσχολεῖται κανείς μέ αὐτούς. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν σημερινή παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου μᾶς δίδαξε, ὅτι πλησίον μας εἶναι ὁ καθένας πού διατρέχει κάποιο κίνδυνο, πού βρίσκεται σέ δύσκολη θέση κι᾿ ἐμεῖς εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά τόν βοηθήσουμε, νά τοῦ προσφέρουμε βοήθεια μέ προθυμία καί πολλή ἀγάπη, ἔστω καί ἄν ἀκόμη αὐτός εἶναι ὁ ἐχθρός μας.Ἔτσι λοιπόν, κατέληξε, ἄν θέλεις νά σώσεις τήν ψυχή σου, ἄν ἐπιθυμεῖς νά κερδήσεις τήν αἰώνια ζωή, πήγαινε κι᾿ ἐσύ νά κάνεις ὅ,τι ἔκανε ὁ Σαμαρείτης. Πήγαινε δεῖξε ἀγάπη καί καλωσύνη σέ δικό σου ἤ ξένο, σέ φίλο ἤ ἐχθρό καί ἔτσι θά σωθεῖς.
Σέ ἄλλη περίπτωση ἄλλου νομικοῦ εἶπε  ὁ Χριστός, ἄν θέλεις νά σωθεῖς τήρησε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ: Οὐ κλέψῃς, οὐ μοιχεύσῃς, οὐ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου. Γιά νά τίς δοῦμε μία-μία; Μήπως λερώσαμε τά χέρια μας ἁπλώνοντάς τα σέ πράγματα ἄλλων, πού δέν μᾶς ἀνήκουν; Μήπως καταπατήσαμε τό στεφάνι τοῦ γάμου μας καί ἔχουμε παράνομο δεσμό; Οἱ στατιστικές λένε, ὅτι τό 70% τῶν παντρεμένων ἔχουν παράνομες σχέσεις. Μετά ἀπό αὐτό περιμένουμε νά δοῦμε πρόσωπο Θεοῦ; Μήπως λέμε ψέματα καί σπιλώνουμε τήν ὑπόληψη καί τήν τιμή τῶν ἄλλων; Μήπως καταδικάζουμε τόν ἀθῶο καί ἀπαλλάσσουμε τόν ἔνοχο; Μέ αὐτά δέν κληρονομοῦμε τόν οὐρανό. Ποιά εἶναι ἡ συμπεριφορά μας ἔναντι τῶν γονέων μας; Γιά νά τούς ρωτήσουμε, εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπό ἐμᾶς ἤ ἔχουν παράπονα ἀπό τήν διαγωγή μας;  
Ἄλλη περίπτωση: Διαβάζουμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅτι ὁ δεσμοφύλακας στή φυλακή τῶν Φιλίππων ρώτησε τόν Παῦλο καί τόν μαθητή του Σίλα, Κύριοι, τί μέ δεῖ ποιεῖν, ἵνα σωθῶ; Τί πρέπει νά κάνω, γιά νά σωθῶ; Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν, νά πιστεύσεις στόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι τόν ἐδίδαξαν, τόν κατήχησαν καί βάπτισαν καί αὐτόν καί ὅλη του τήν οἰκογένεια.
Αὐτό συμφωνεῖ ἀπόλυτα μέ ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ ἀναστάς Κύριος, ὅταν ἔστειλε τούς μαθητές του νά κηρύξουν στά πέρατα τοῦ κόσμου. Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται. Θά σωθεῖ ἐκεῖνος πού πίστεψε καί βαπτίσθηκε. Ἡ πίστη  εἶναι προϋπόθεση τοῦ βαπτίσματος. Ἐμεῖς ὅλοι βαπτισθήκαμε, δυστυχῶς ὅμως δέν πιστεύουμε ὅλοι. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἀκυρώνουμε τήν βάπτισή μας καί ἄρα κινδυνεύει ἡ σωτηρία μας.
Ὅταν ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἐβάπτιζε στόν Ἰορδάνη ποταμό, ἔλεγε στούς προσερχομένους: Δέν ἀρκεῖ μόνο τό βάπτισμα, κοιτᾶξτε νά μετανοήσετε εἰλικρινά. Ρωτοῦσαν τά πλήθη τί να κάνουμε; Τούς ἀπαντοῦσε, νά δίνετε ἐλεημοσύνη, νά δείχνετε μέ τήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλανθρωπίας τήν εἰλικρινή μετάνοιά σας. Ρωτοῦσαν οἱ τελῶνες; Ἔμεῖς τί νά κάνουμε; Νά μή εἰσπράττετε τίποτε παραπάνω ἀπό τό κανονικό καί δίκαιο. Ρωτοῦσαν οἱ στρατιωτικοί, κι᾿ ἐμεῖς τί νά κάνουμε; Νά μή ἐκβιάζετε κανένα μέ φόβο καί ἀπειλές, οὔτε νά τόν κατηγορεῖτε ψευδῶς μέ σκοπό νά ἀποσπάσετε χρήματα ἀπό αὐτόν, ἀλλά νά ἀρκεῖσθε στό μισθό σας.
Στήν παραβολή τοῦ Κυρίου ρωτοῦσε ὁ ἄφρων πλούσιος; Τί ποιήσω; Τί νά κάνω; Μετά ἀπό πολλή σκέψη καί παιδεμό ἀποφάσισε νά γκρεμίσει τίς ἀποθῆκες του καί νά χτίσει μεγαλύτερες. Αὐτό ὅμως ἦταν ἡ καταστροφή του. Ἔτσι καταλαβαίνουμε, ὅτι ἀπό ἐμᾶς, ἀπό τίς δικές μας πράξεις καί  ἐνέργειες ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία ἤ ἡ καταδίκη μας.
Ἀγαπητοί μου,
Μελετῶντας τήν Ἁγία Γραφή μαθαίνουμε τί πρέπει νά κάνουμε, γιά νά σωθοῦμε. Ἄλλα πρέπει νά ἐφαρμώσουμε καί ἄλλα νά ἀποφύγουμε. Ἐμεῖς πρέπει νά ἀκολουθήσουμε τά λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Νά γίνουμε σάν τήν μέλισσα, πού πηγαίνει ἀπό λουλούδι σέ λουλούδι καί παίρνει τό νέκταρ, τούς γλυκεῖς χυμούς. Τό ἴδιο ἔκανε κι᾿ ἐκεῖνος.
 Ἕνα τροπάριο τῆς ἑορτῆς του λέει, πάντων τάς ἀρετάς ἀνεμάξω πατήρ ἡμῶν Βασίλειε. Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶχε πάνω του, μάζεψε πάνω του ὅλες τίς ἀρετές τῶν ἄλλων ἁγίων: τήν πραότητα τοῦ Μωϋσῆ, τόν ζῆλο τοῦ προφήτη Ἠλία, Πέτρου τήν ὁμολογία, τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τήν θεολογία κλπ. Ὑποχρέωση δική μας καί καθῆκον εἶναι νά διαβάζουμε τήν Ἁγία γραφή, γιά νά μάθουμε τίς μᾶς παραγγέλλει ὁ Θεός.  Νά μελετήσουμε τούς βίους τῶν ἁγίων, γιά νά δοῦμε πῶς ἐφαρμόζονται ὅλα αὐτά, πῶς πραγματοποιοῦνται. Αὐτό νά κάνουμε κι᾿ ἐμεῖς καί θά σωθοῦμε, θά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή. Ἀμήν.-

Κυριακή Ζ Λουκᾶ (6-11-2011)


Δύο θαύματα μᾶς παρουσίασε καί περιέγραψε  σήμερα ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Τό ἕνα εἶναι ἡ θεραπεία τῆς αἱμορροούσης γυναίκας καί τό ἄλλο ἡ ἀνάστασις τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου.
Κόσμος πολύς ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό. Οἱ ὄχλοι ἔτρεχαν πίσω του καί μάλιστα τόν συνέθλιβαν. Τόν ἔσπρωχναν μιά ἀπ᾿ ἐδῶ καί μιά ἀπ᾿  ἐκεῖ. Ὁ Κύριος ἔδειχνε νά μή αἰσθάνεται τήν παρουσία ὅλου αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἔμενε ἀδιάφορος καί ἀσυγκίνητος. Γιατί; Γιατί δέν εἶχαν πραγματικές καί εἰλικρινεῖς σχέσεις μαζί του. Οἱ ψυχές τους δέν εἶχαν μεταμορφωθεῖ ἀκόμη. Παρέμεναν ψυχροί καί ἀφώτιστοι. Τόν ἀκολουθοῦσαν περισσότερο ἀπό περιέργεια παρά ἀπό πίστη.
Τό ἴδιο ἀσυγκίνητος ὁ Κύριος διέσχισε τά πλήθη, ὅταν ἔμπαινε στά Ἱεροσόλυμα τήν Κυριακή τῶν βαΐων. Δέν ἀδιαφόρησε ὅμως στούς ὕμνους τῶν μικρῶν παιδιῶν, πού φώναζαν ὠσσανά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Αὐτά ἦσαν ἀθῶα καί ἀπονήρευτα, ἔξω καί μακρυά ἀπό τίς κακίες τῶν μεγάλων, οἱ ὁποῖοι παρασυρόμενοι ἀπό τούς γραμματεῖς καί φαρισαίους μετά δύο ἡμέρες θά ἀπαιτοῦσαν ἀπό τόν Πιλᾶτο σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν.
Αὐτή ἡ συμπεριφορά τοῦ κόσμου καί ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ πρέπει  πολύ νά μᾶς προβληματίσει. Πολλοί χριστιανοί ἐξαντλοῦν τήν χριστιανική τους ἰδιότητα στήν τήρηση κάποιων ἐξωτερικῶν τύπων καί νομίζουν πώς εἶναι ἐν τάξει, ὅτι ἔκαναν τά πάντα καί δέν χρειάζεται νά κάνουν κάτι ἄλλο, δέν χρειάζεται νά προχωρήσουν περισσότερο. Στήν πραγματικότητα ὅμως εἶναι ἀνεπαρκῆ γιά τήν σωτηρία τους. Πολλοί θά κάνουν ἀκόμη καί θαύματα μέ τό ὄνομά του, ἀλλά παρ᾿ ὅλα αὐτά ὁ Κύριος θά τούς ἀποπέμψει, θά τούς διώξει ἀπό κοντά του, θά πεῖ ὅτι δέν τούς γνωρίζει.
Οἱ πέντε μωρές παρθένες ἦσαν, ὅπως τό λέει ἡ λέξις, ἁγνές καί καθαρές. Μά δέν εἶχαν ἔλαιον στά λυχνάρια τους, γι᾿ αὐτό καί ἔμειναν ἔξω ἀπό τόν οὐράνιο νυμφῶνα, ἔχασαν δηλαδή τόν παράδεισο. Ἡ παρθενία καί ἡ ἁγνότητα ἀπό μόνες τους δέν μᾶς σώζουν. Χρειάζονται καί ἄλλα πράγματα, πού τά περιμένει ὁ Θεός.
Δέν συνέβαινε ὅμως τό ἴδιο μέ τούς δύο  αὐτούς ἀνθρώπους, πού ἔγινε τό θαῦμα. Ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα εἶχε πίστη καί μάλιστα μεγάλη. Ἡ κακή κατάσταση τῆς ὑγείας της καί ἡ ἀπογοήτευσή της ἀπό τούς γιατρούς ἄνοιξαν τόν δρόμο τῆς πίστεως. Αὐτή ἡ πίστη τῆς χάρισε γνώση. Εἶχε τήν βεβαιότητα, ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι καί στά ἄψυχα πράγματα, στά ἐνδύματα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν πίστη καί τήν ταπείνωση πού εἶχε, δέν τόλμησε νά ζητήσει κατ᾿ εὐθείαν τήν θεραπεία της. Εἶχε μέσα της τήν βεβαιότητα, ὅτι καί μόνο νά ἀκουμποῦσε τά ἐνδύματά του, θά  μποροῦσε νά σωθεῖ,  θά γινόταν καλά, ὅπως καί ἔγινε. Ἀπό ὅλο τό πλῆθος αὐτή τράβηξε πάνω της τήν σωστική δύναμη τοῦ Κυρίου.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος πάλι ἔχει πίστη καί τόλμη καί τά δείχνει μέ διαφορετικό τρόπο. Ἔρχεται συναντάει τόν Χριστό καί τόν παρακαλεῖ νά ἔρθει στό σπίτι του, γιά νά θεραπεύσει τήν κόρη του, πού εἶναι ἄρρωστη καί κινδυνεύει νά πεθάνει καί τελικά πέθανε.
Δέν ἦταν καθόλου μικρό πρᾶγμα αὐτό πού ἔκαναν καί οἱ δύο, νά δείξουν τήν πίστη τους στόν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀπαγορεύσει στόν λαό νά τόν πλησιάζει καί νά ἀκούει τήν διδασκαλία του. Ἡ γυναίκα ἀδιαφορεῖ καί κάνει τό ἀντίθετο. Ὁ Ἰάειρος ὄχι μόνο τολμᾶ νά πλησιάσει, νά βρεθεῖ ἀνάμεσα στό πλῆθος, νά ἀκούσει τήν διδασκαλία του, ἀλλά καί νά ζητήσει νά ἔρθει στό σπίτι του. Πιστεύει πώς εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά σώσει τήν κόρη του. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ πίστις ὑπερνικᾶ καί παραμερίζει τόν ὁποιοδήποτε φόβο, ὑπερνικᾶ τά ὅποια ἐμπόδια.
Κάτι ἀνάλογο βλέπουμε στήν περίπτωση τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Οἱ γονεῖς του φοβοῦνται τούς φαρισαίους, μήπως τούς κάνουν ἀποσυνάγωγους καί κλείνουν τό στόμα, δέν ὁμιλοῦν. Ὁ τυφλός ὅμως μιλάει μέ θᾶρρος, ὁμολογεῖ πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό καί μάλιστα προκαλεῖ τούς φαρισαίους. Τούς ἐρωτᾶ, μήπως θέλετε νά γίνετε κι᾿ ἐσεῖς μαθηταί του;
Αὐτό εἶναι τό σημερινό μας δίδαγμα. Αὐτήν τήν τακτική πρέπει νά ἀκολουθοῦμε κι᾿ ἐμεῖς. Τίποτε δέν πρέπει νά μᾶς φοβίζει, τίποτε δέν πρέπει νά μᾶς σταματᾶ ἀπό τό νά ὁμολογοῦμε πίστη καί ἀφοσίωση στόν Ἰησοῦ Χριστό.
Λέει κάπου ὁ Μέγας Βασίλειος, τίποτε νά μή σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἐκκλησία καί στήν προσευχή, γιατί τίποτε δέν εἶναι μεγαλύτερο καί ἀνώτερο ἀπό τήν ἐκκλησία καί τήν προσευχή. Ἔτσι τίποτε νά μή σταθεῖ ἐμπόδιο στήν ἀπόφασή μας νά πλησιάσουμε τόν Χριστό, ἀφοῦ τίποτε δέν ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Μᾶς τό λέει πολύ ὡραῖα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του: Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τά παθήματα, οἱ στενοχώριες, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἤ ὁ μαρτυρικός θάνατος; Τίποτε ἀπό αὐτά, οὔτε θάνατος οὔτε ζωή, οὔτε οἱ ἄγγελοι οὔτε ἄλλες ἐπουράνιες δυνάμεις, οὔτε παρόντα καί μέλλοντα, οὔτε κάτι στόν οὐρανό ἤ στόν ἄδη, κανένα ἄλλο δημιούργημα δέν θά μπορέσουν ποτέ νά μᾶς χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως καί ἄν ἔρθουν τά πράγματα στή ζωή μας, εὐχάριστα ἤ δυσάρεστα, ἀντί ὁποιουδήποτε τιμήματος, ἐμεῖς θά μείνουμε πιστοί καί προσηλωμένοι στόν Χριστό, τόν ὁποῖον δοξάζουμε καί προσκυνοῦμε, ὑμνοῦμε καί εὐλογοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.-

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή Ε΄ Λουκᾶ (30-10-2011).

         Μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου.

Ὁ πλούσιος τῆς σημερινῆς παραβολῆς μέσα ἀπό τόν ἅδη, ἀπό τήν φοβερή κόλαση φωνάζει, παρακαλεῖ τόν Ἀβραάμ, ἱκετεύει νά στείλει τόν Λάζαρο, νά βρέξει μέ νερό τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καί νά ἔρθει νά δροσίσει τήν γλῶσσα του, γιατί ὑποφέρει, βασανίζεται, καίγεται μέσα σ᾿ αὐτήν τήν φοβερή φωτιά. Τί λυπηρό! Αὐτός πού κολυμποῦσε σέ περίσσεια ὑλικῶν ἀγαθῶν, πού δέν ἤξερε τί θά πεῖ στέρηση, πού ζοῦσε ζωή χαρισάμενη, τώρα δέν ἔχει τίποτε, οὔτε μία σταγόνα νερό.
Ὁ Ἀβραάμ τοῦ ἀπάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσύ ἀπόλαυσες ὅλα τά καλά στήν ἐπίγεια ζωή σου καί ὁ Λάζαρος γεύθηκε ὅλα τά κακά, τά ἄσχημα, γνώρισε τόν πόνο καί τήν δυστυχία σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο. Θυμήσου πῶς ζοῦσες ἐσύ καί πῶς περνοῦσε ὁ φτωχός Λάζαρος.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ζεῖ καί θυμᾶται. Θυμᾶται καί ζεῖ. Δέν ὑπάρχει ζωή χωρίς θύμηση. Αὐτός πού δέν θυμᾶται, πού δέν ἔχει μνήμη εἶναι νεκρός. Ἡ μνήμη εἶναι ἡ ἀποθήκη τῆς ζωῆς. Ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτά πού ἔχουμε καί διατηροῦμε στό νοῦ καί στήν σκέψη μας. Πῶς ἦταν ἡ ἐπίγεια πορεία μας.
Ἀπό τά λόγια τοῦ Πατριάρχου Ἀβραάμ διαπιστώνουμε πώς οἱ νεκροί, οἱ ψυχές διατηροῦν τήν ἀνάμνηση τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τους. Αὐτές οἱ ἀναμνήσεις θά εἶναι οἱ βασανιστές τους. Καί σ᾿ αὐτήν τήν ζωή καλούμεθα νά ἐνθυμούμεθα κάποια πράγματα, ἀλλά πεισματικά τό ἀποφεύγουμε. Ἐκεῖ ὅμως ἡ μνήμη μας θά ἐνισχυθεῖ τόσο, ὥστε θέλοντας καί μή θά ἐνθυμούμεθα ὅλη τήν ζωή μας. Καί αὐτό θά συντελεῖ στήν χαρά τῶν δικαίων ἤ στήν θλίψη τῶν ἁμαρτωλῶν.
Λοιπόν Ἀβραάμ ἐπιμένει καί λέει στόν πλούσιο, θυμήσου. Θυμήσου, ὅτι ἀπόλαυσες ὅλα τά ἀγαθά στή ζωή σου. Θυμήσου πόσο ἀσυνείδητος, πόσο σκληρός καί ἀνάλγητος ἤσουν ἀπέναντι στόν φτωχό Λάζαρο, πού τόν εἶχες κάθε μέρα μπροστά σου. Θυμήσου πόσο προκλητικός ἤσουν μέ τά λαμπρά σου ἐνδύματα, μέ τά πλούσια τραπέζια μπροστά στόν γυμνό καί πεινασμένο. Θυμήσου τίς ἀσταμάτητες διασκεδάσεις σου μπροστά στά μάτια τοῦ δυστυχισμένου. Θυμήσου τί καλό μποροῦσες νά κάνεις καί δέν ἔκανες. Θυμήσου, ὅτι ποτέ δέν ἔδωσες ἕνα κομμάτι ψωμί, ἕνα πιάτο φαγητό στόν φτωχό. Τά σκυλιά ὅμως τοῦ ἐπέτρεπαν νά πάρει λίγα ψίχουλα, ἀπό ἐκεῖνα πού οἱ ὑπηρέται πετοῦσαν σ᾿ αὐτά. Θυμήσου ὅτι ποτέ σου δέν ἔριξες ἕνα στοργικό βλέμμα στόν πληγωμένο Λάζαρο. Τά σκυλιά ὅμως ἀποδείχθηκαν πολύ καλύτερα ἀπό ἐσένα, ἀφοῦ αὐτά αὐτά τόν ἐπλησίαζαν, τοῦ ἔγλυφαν τίς πληγές καί ἔτσι κάπως τόν ἀνακούφιζαν ἀπό τόν πόνο καί τήν περιφρόνηση καί τήν ἐγκατάλιψη. Θυμήσου τήν τυραννικότητά σου, τήν φαύλη ζωή σου. Αὐτές οἱ θύμησες εἶναι πού σέ βασανίζουν. Μόνος σου ἔφτιαξες τά δεσμά τῆς κόλασής σου, ὅπως καί ὁ Λάζαρος μόνος του κέρδισε τόν παράδεισο.
Ὁ φτωχός Λάζαρος θυμόταν τήν ἀδικία καί τήν περιφρόνηση καί δέν ἐπαναστατοῦσε, δέν ὀργιζόταν, δέν τόν κατηγόρησε ποτέ. Θυμόταν τήν δική του πραότητα, τήν ὑπομονή πού ἐπέδειξε, τήν καρτερία πού τόν κοσμοῦσε. Θυμόταν τήν πίστη πού εἶχε στήν αἰωνιότητα καί τήν ἐμπιστοσύνη στήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ. Θυμόταν τίς προσευχές του, τήν ἐλπίδα πού  εἶχε ἀποκειμένη στή θεία πρόνοια. Θυμόταν τήν πανσοφία τοῦ Θεοῦ, ὅτι τόν ἐδημιούργησε ἐκ τοῦ μηδενός καί τώρα τοῦ ἑτοίμασε τόπον ἀναπαύσεως στήν Βασιλεία του.
Αὐτά θυμόταν ὁ πλούσιος, αὐτά θυμόταν καί ὁ φτωχός Λάζαρος. Ὁ μέν ὀδυνᾶται, ὑποφέρει μέσα στίς φλόγες τῆς κολάσεως, ὁ δέ παρακαλεῖται, ἀπολαμβάνει καί ἀγάλλεται.
Ἄς ἔρθουμε τώρα σ᾿ ἐμᾶς. Ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τί πρέπει νά θυμώμαστε; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι στήν Ἁγία Γραφή καί στά συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ὑποδεικνύει τί πρέπει νά θυμώμαστε. Ἄς ποῦμε κάποιες περιπτώσεις.
Μνήσθητι τοῦ κτίσαντός σε. Νά θυμώμαστε τόν Θεό, πού μᾶς ἐδημιούργησε. Ὅτι εἴμαστε ὑψηλῆς καί τιμητικῆς καταγωγῆς καί προελεύσεως ἄνθρωποι. Εἴμαστε δημιουργήματα καί εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὄχι  ἀποτέλεσμα τύχης, δέν καταγόμαστε ἀπό τόν πίθηκο. Μή ζοῦμε λοιπόν ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ, σάν νά μή γνωρίζουμε καθόλου τόν Θεό. Νά στρέφουμε τά μάτια μας, τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας στόν οὐρανό.
Μνήσθητι ὅσα ἐποίησε ὁ Κύριος. Ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ὅλη ἡ κτίσις εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη μή ξεχνοῦμε ὅλα τά καλά, ὅλες τίς εὐεργεσίες, πού μᾶς ἔκανε ὁ Θεός καί μή λησμονοῦμε νά τόν εὐχαριστοῦμε γιά τίς πολλές δωρεές καί εὐλογίες Του.
Μνησθήσεσθε πασῶν τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ. Νά θυμώμαστε τίς ἐντολές του, τόν θεῖο Νόμο Του, τό ἅγιο θέλημά Του καί νά τό ἐφαρμώζουμε στή ζωή μας. Καί μάλιστα νά θυμώσταστε, ὄχι κάποιες ἐντολές, ἀλλά ὅλες. Δέν μποροῦμε νά καταλύσουμε οὔτε μία τῶν ἐντολῶν τῶν ἐλαχίστων, γιατί τότε δέν θά εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Μνήσθητι πατρός καί μητρός σου. Θυμήσου τούς γονεῖς σου. Μή τούς ξεχνᾶς, μή τούς λησμονεῖς, μή ἀδιαφορεῖς, μή τούς παραπετᾶς σάν κάτι ἄχρηστο, σάν νά σοῦ ἦταν βάρος καί ἐμπόδιο. Ἀλλά τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου. Νά τούς τιμᾶς, νά τούς ἀγαπᾶς, νά τούς σέβεσαι, νά τούς βοηθᾶς, νά τούς ὑπηρετεῖς. Μή  ἀδιαφορήσεις ποτέ γι᾿ αὐτούς. Πάρε τήν εὐχή τους, θά σοῦ εἶναι πολύ χρήσιμη καί ὠφέλιμη. Δέν προκόπτεις στή ζωή χωρίς τήν εὐχή τῶν γονέων σου. Εὐχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων.
Μνησθήσεσθε τάς ὁδούς ὑμῶν τά πονηράς. Αἰσχύνθητε καί ἐντράπητε ἐκ τῶν ὁδῶν ὑμῶν. Θυμηθεῖτε τίς ἁμαρτίας σας, λέγει ὁ Κύριος, τά ἔργα σας τά πονηρά καί ντραπεῖτε γι᾿ αὐτά. Μετανοεῖστε, γιά νά ἀποφύγετε τήν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Ἐξομολογηθεῖτε, γιά νά ἡρεμήσετε καί νά ἀπαλλαγεῖτε ἀπό τήν ἐνοχή καί τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν σας.
Μνήσθητι τά ἔσχατά σου καί παῦσαι ἐχθραίνων. Νά θυμηθοῦμε τά ἔσχατα, τό τέλος τῆς ζωῆς μας, ὅτι εἴμαστε περαστικοί, ὅτι κάποια μέρα ὅλοι θά φύγουμε ἀπό αὐτήν τήν ζωή καί θά πᾶμε νά συναντήσουμε τόν δίκαιο Κριτή. Αὐτή ἡ ἐνθύμησις θά ἀποτελέσει ἀνασταλτικό παράγοντα, ἐμπόδιο καί φραγμό στήν ἁμαρτία μας.
Μνήσθητι τήν ἡμέραν τῶν Σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. Τό Σάββατο γιά τούς Ἑβραίους, ἡ Κυριακή γιά μᾶς τούς Χριστιανούς εἶναι ἡμέρα ἀργίας. Εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στόν Θεό. Σταματοῦμε τίς ἄλλες ἐργασίες μας καί ἐργαζόμαστε γιά τόν ἁγιασμό μας, γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι ἁμαρτία νά καταπατοῦμε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς. Κάνουμε μεγάλο κακό στήν ψυχή μας.
Αὐτά νά θυμηθοῦμε , ἀγαπητοί μου, νά τά ἐφαρμώσουμε, νά τά τηρήσουμε, ὥστε νά μή μνησθεῖ, νά μή ἐνθυμηθεῖ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας, ἀλλά κατά τό πολύ ἔλεός Του νά θυμηθεῖ ὅλους ἐμᾶς στήν βασιλεία του τήν ἐπουράνια. Ἀμήν.-