Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή ΙΒ΄Λουκᾶ-Δέκα Λεπρῶν (15-1-2006)



Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν διαστροφή πού ἔχει πάθει, θέλει μόνον νά παίρνει. Ποτέ ἤ πολύ σπάνια δίνει. Δύο πράγματα, δύο λέξεις ἔχει διαγράψει ἀπό τό λεξιλόγιό του, τό εὐχαριστῶ καί τήν συγγνώμη. Γι᾿ αὐτό ξεχνάει νά προσφέρει μιά κάποια εὐγνωμοσύνη γιά τίς δωρεές καί τίς εὐεργεσίες πού ἀπολαμβάνει. Αὐτό τόν κάνει ἀχάριστο καί στούς μεγαλύτερους εὐεργέτες του. Αὐτή ἡ στάση τῆς ἀχαριστίας ἔκανε τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ νά μᾶς παρουσιάσει σήμερα καί νά ὑπογραμμίσει, ὄχι τόσο τό θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δέκα λεπρῶν, ὅσο τήν ἀχαρακτήριστη ἀχαριστία τῶν ἐννέα λεπρῶν, πού θεραπεύθηκαν. Ἀπό τούς δέκα μόνο ἕνας γύρισε νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό. Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι ἡ ἀναλογία τῆς ἀχαριστίας. Στούς δέκα οἱ ἐννέα εἶναι ἀχάριστοι.
Γι᾿ αὐτό βλέπουμε γονεῖς νά παραγκωνίζωνται καί νά πετιοῦνται ἄσπλαχνα στό δρόμο ἀπό τά ἴδια τους τά παιδιά. Ἄν μάλιστα ἐκεῖνοι ζητήσουν τόν λόγο καί ὑπενθυμίσουν τίς ἄμετρες εὐεργεσίες καί τίς μεγάλες θυσίες τους, ἀκοῦνε τήν κυνική ἀπάντηση, ἐσύ μέ γέννησες, ἄρα ἤσουν ὑποχρεωμένος νά μέ μεγαλώσεις.
  Βλέπουμε μεγάλους εὐεργέτες νά πεθαίνουν περιφρονημένοι ἀπό ὅλους, κυριολεκτικά στήν ψάθα. Περιφρονημένοι ἀπό αὐτούς πού εὐεργέτησαν. Ἄν κάποτε καί αὐτοί κάνουν παράπονο, εἰσπράττουν τήν ἀπάντηση, ἔ, δέν ἔκανες καί τίποτε σπουδαῖο. Σάν χριστιανός ἤσουν ὑποχρεωμένος νά κάνεις τό καθῆκον σου.
  Βλέπουμε φίλοι νά γίνωνται ἄσπονδοι ἐχθροί. Ἄν μία φορά, σάν ἄνθρωπος, δέν μπόρεσες νά τόν εὐεργετήσεις ἤ ἔστω κάποια φορά ἀμέλησες, τότε γίνεται ἐχθρός σου. Σέ διασύρει, σέ κακολογεῖ ὡς ἀπάνθρωπο καί σκληρόκαρδο. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει τό ἑξῆς: Ὅσο περισσότερο τόν εὐεργετεῖς, τόσο μεγαλύτερος ἐχθρός σου γίνεται. Καλά λέει ὁ λαός, ὅτι δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος ἐχθρός ἀπό κάποιον ἀχάριστο, πού εὐεργετήθηκε.
  Βλέπουμε ἥρωες νά παραγκωνίζωνται. Εἶναι γνωστό σέ ἀρκετούς, πιστεύω, τό πολύ συγκινητικό ποίημα ὁ Ματρόζος. Αὐτός πού εἶχε τήν στέρνα του μέ τάλαρα γεμάτη, μέ χρυσᾶ νομίσματα καί τά διέθεσε ὅλα γιά τόν ἀγώνα, γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς πατρίδας μας ἀπό τούς Τούρκους, ἔφτασε στό σημεῖο νά μή ἔχει ψωμί νά φάει. Καί ὅταν πῆγε σέ ἕνα Ὑπουργεῖο ἀργότερα στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, κάποιον νά δεῖ, κάτι νά ζητήσει , τόν πέταξαν ἔξω μέ τίς κλωτσιές.
  Αἰσθάνθηκα πολύ ἄσχημα, ὅταν σάν μαθητής Γυμνασίου πήγαμε ἐκδρομή στό Ναύπλιο καί ἀνεβήκαμε στό κάστρο, στό παλαμήδι καί εἴδαμε ἐκεῖ ἐπάνω τήν φυλακή, τό μπουντρούμι, ὅπου ἐφυλάκισαν τόν Κολοκοτρώνη, τόν πρωτεργάτη τῆς ἐπαναστάσεως καί τῆς λευτεριᾶς. Αὐτόν τόν μεγάλο ἥρωα, τόν ἐξολοθρευτή τοῦ Δράμαλη, τόν γενναῖο τουρκοφάγο, τόν ἔκλεισαν ἐκεῖ μέσα σάν κακοῦργο καί προδότη. Τό πιό προσβλητικό καί ἀτιμωτικό κατ᾿ ἐμέ ἦταν, τό ὅτι γιά νά μπεῖς μέσα στήν φυλακή ἀπό τό μικρό πορτάκι, δέν μποροῦσες οὔτε γονατιστός νά περάσεις. Ἔπρεπε νά συρθεῖς στή γῆ. Ἔτσι ταπείνωσαν τόν γενναῖο Γέρο τοῦ Μωριᾶ, αὐτόν πού δέν ἔσκυψε ποτέ τό κεφάλι στούς Τούρκους, τόν ἀνάγκασαν νά συρθεῖ, γιά νά περάσει ἐκείνη τήν εἴσοδο τῆς αἰσχρῆς φυλακῆς.
Στόν ραδιοφωνικό σταθμό τῆς Ἐκκλησίας ἄκουσα γιά ἕναν ἥρωα τοῦ ἔπους τοῦ 40-41, ὁ ὁποῖος κατετρόπωσε τούς Ἱταλούς καί τούς Γερμανούς. Χάνουν πραγματικά πολλά ὅσοι δέν τόν γνωρίζουν, Δημήτριος Κωστάκης στό ὄνομα, ἁπλᾶ ὁ κυρ-Μῆτσος. Ἔ, αὐτός ὁ ἥρωας πέθανε ξεχασμένος ἀπό ὅλους. Στήν κηδεία του δέν παραβρέθηκε κανένας ἀπό τούς ἐπισήμους. Δέν τοῦ κατέθεσαν κανένα στεφάνι, ὅπως συνήθως κάνουν σέ κάτι ἄχρηστους, ἄπιστους καί ἀνήθικους. Δέν ἔρριξαν πρός τιμήν του καμμία κονονιά. Δέν μετέφεραν τήν σωρό του ἐπάνω σέ κυλίβαντα, ὅπως συνηθίζεται σέ τέτοιες περιπτώσεις. Δίκαια διερωτᾶται κανείς μέ παράπονο, γιατί τόση ἀχαριστία καί τέτοια περιφρόνιση; 
Βλέπουμε καί ἀκοῦμε πολλούς ἀθυρόστομους νά βλασφημοῦν τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους μας μέ τά χειρότερα λόγια, μέ τίς πιό χυδαῖες ἐκφράσεις. Καί πάλι ἐρωτῶ ἔτσι πληρώνουμε τούς μεγαλύτερους εὐεργέτες μας; Ζοῦμε, ἀγαπητοί μου, ἐδῶ καί αἰῶνες ἀνάμεσα σέ πολλούς ἐχθρούς. Πολλοί κυκλόθεν οἱ ἐχθροί ἡμῶν. Εἶναι μέγιστο θαῦμα τό πῶς ἐξακολουθοῦμε καί ὑπάρχουμε ἀκόμη ὡς ἔθνος. Ὑπάρχουμε γιατί τό θέλει ὁ Θεός, καί ἐμεῖς ταῦτα Κυρίῳ ἀνταποδίδωμεν; 
  Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία μας ἦταν ἱστορία εὐγνωμοσύνης. Ὁ Παρθενώνας χτίσθηκε ἀπό τούς ἀρχαίους προγόνους μας χάριν εὐγνωμοσύνης πρός τήν θεά Ἀθηνᾶ, πού ἦταν προστάτης τῶν Ἀθηνῶν καί χάριν ἐκείνων πού ἔδωσαν τήν ζωή τους γιά τήν Πατρίδα.
  Ὁ Ναός τῆς Ἁγίας Σοφίας εἶναι δεῖγμα εὐγνωμοσύνης τῶν Βυζαντινῶν πρός τήν Σοφία τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰησοῦ Χριστό.
  Δύο ἀδέλφια, ὅταν τά στεφάνωσαν σάν νικητές στούς ὁλυμπιακούς ἀγῶνες στήν ἀρχαιότητα, ἔβγαλαν τά στεφάνια ἀπό τά κεφάλια τους καί τά ἔβαλαν στό κατάλευκο κεφάλι τοῦ πατέρα τους, λέγοντας ὅτι σ᾿ αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα. 
  Ὅμως ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες τό ἔχουμε παρακάνει. Στή ζωή μας συμβαίνουν θαυμαστά γεγονότα, πού μᾶς προφυλάσσουν ἀπό πολλούς κινδύνους. Ἐπειδή εἶναι τόσα πολλά, τά συνηθίσαμε καί δέν μᾶς κάνουν πλέον καμμία αἴσθηση. Σάν ἄπιστοι πού εἴμαστε τά ἀποδίδουμε σέ συμπτώσεις, στήν δύναμή μας, στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης, σέ τυχαῖες περιστάσεις τῆς ζωῆς, γι᾿ αὐτό καί δέν αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό. Καί ὅμως θά ἔπρεπε νά εὐχαριστήσουμε ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς μας, διότι αὐτοί πολλές φορές μᾶς κάνουν νά βλέπουμε τά λάθη μας καί νά διορθωνώμαστε, νά συνερχώμαστε, νά γινώμαστε καλύτεροι. Αὐτοί μᾶς εὐεργετοῦν περισσότερο ἀπό τούς φίλους μας.
  Ἀγαπητοί μου, 
Νά προσέξουμε 1ον) μή μᾶς παρασύρει τό ρεῦμα τῆς ἀχαριστίας. Εἶναι ἁμάρτημα φοβερό, πού σιχαίνεται ὁ Θεός. Ἐν παντί εὐχαριστεῖτε, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Νά εὐχαριστοῦμε ὅλους καί πάντοτε. Νά γίνουμε ὑπόδειγμα εὐγνωμοσύνης. Καί 2ον) ἄν ἐμεῖς συναντήσουμε τήν ἀχαριστία, καί ἀσφαλῶς θά τήν βροῦμε μπροστά μας, θά ποτιστοῦμε μέ τήν πίκρα τῆς ἀχαριστίας πολλές φορές, μή σταματήσουμε νά εὐεργετοῦμε. Μή σταματήσουμε νά κάνουμε τό καλό.Ἴσα-ἴσα τότε θά ἔχουμε μεγαλύτερο μισθό ἀπό τόν Θεό. Ἀνταπόδοση ἀπό τούς ἀνθρώπους μή περιμένουμε. Θά ἀνταποδώσει ὁ Θεός καί αὐτό ἀρκεῖ. Ἄς γνωρίζουμε πολύ καλά ὅτι τίποτε δέν θά πάει χαμένο. Ἡ πληρωμή ἀπό τόν Θεό θά εἶναι μεγάλη. Ἀμήν.- 










Δεν υπάρχουν σχόλια: