Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Κυριακή πρό τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τ. Σταυροῦ

Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ,
οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου.


Ὁ Κύριος συνομιλεῖ μέ τόν Νικόδημο, πού ἦταν ἄρχοντας τῆς ἑβραϊκῆς κοινωνίας, μέλος τοῦ Συνεδρίου. Εἶχε πνευματικά ἐνδιαφέροντα. Τόν ἀπασχολοῦσε σοβαρά ἡ πνευματική ἀναγέννηση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι σπάνιο φαινόμενο ἄρχοντες καί τότε καί τώρα νά ἀσχολοῦνται μέ πνευματικά θέματα, γιά τό πῶς σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Νικόδημος εἶναι αὐτός πού ἀργότερα, μαζί μέ τόν εὐσχήμονα Ἰωσήφ, θά κατεβάσουν τόν Χριστό ἀπό τόν σταυρό καί θά Τόν ἐνταφιάσουν.
 Στή συζήτηση αὐτή ὁ Κύριος προτυπώνει καί προεικονίζει τήν δική του σταύρωση. Μιλάει γιά τό μυστήριο τῆς ὑψώσεώς του ἐπάνω στό σταυρό. Ὅπως ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε τό χάλκινο φίδι μέσα στήν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νά ὑψωθεῖ πάνω στό σταυρό ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι θά ὑψωθεῖ, ἀλλά πρέπει νά ὑψωθεῖ, γιατί χωρίς αὐτήν τήν ὕψωση δέν εἶναι δυνατόν νά σωθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, ἡ σωτηρία δέν ἔρχεται στόν κόσμο.
Οἱ Ἰσραηλίται πεζοποροῦσαν σαράντα ὁλόκληρα χρόνια μέσα στήν ἔρημο. Εἶχαν φύγει ἀπό τήν Αἴγυπτο καί τήν σκληρή σκλαβιά τοῦ Φαραώ. Πέρασαν θαυματουργικά τήν ἐρυθρά θάλασσα. Μέσα στήν ἔρημο τούς σκίαζε ἀπό τόν καυτό ἥλιο καί τούς ὁδηγοῦσε, τούς ἔδειχνε τόν δρόμο ἡ νεφέλη. Στήν δίψα τους τούς πότιζε μέ καθαρό, κρυστάλλινο νερό. Ἦταν μεγάλη εὐεργεσία αὐτό. Μή λησμονοῦμε, ὅτι βρισκόντουσαν μέσα σέ καυτή ἔρημο. Ὅταν πεινοῦσαν, τούς ἔδινε τό μάνα ἀπό τόν οὐρανό καί τά ὀρτύκια. Ἦταν ὡς μηδέν ἔχοντες καί τά πάντα κατέχοντες, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δέν εἶχαν τίποτε δικό τους ἀλλά καί δέν τούς ἔλειπε τίποτε. Ὅλα ἐρχόντουσαν ἕτοιμα ἀπό τόν Θεό.
Παρ᾿ ὅλα αὐτά συνέχεια ἔκαναν παράπονα. Ἐγόγγυζαν κατά τοῦ Μωϋσέως καί ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ὁ πικρός λόγος ἦταν πάντοτε στά χείλη τους. Τί μᾶς ἔφερες ἐδῶ; Γιά νά πεθάνουμε μέσα στήν ἔρημο; Ἄς πεθαίναμε καλύτερα στήν Αἴγυπτο.
Ἡ ζωή ἐκεῖ ἦταν πολύ σκληρή. Τό μαστίγιο κατέβαινε μέ ὁρμή πάνω στά κεφάλια καί στήν πλάτη τους. Πέθαιναν στήν κοπιαστική ἐργασία, ὄχι γιά ἕνα κομμάτι ψωμί, ἀλλά γιά μισό κομμάτι. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἀχαριστία τῶν Ἑβραίων δέν εἶχε προηγούμενο καί αὐτό ἐξόργισε τόν Θεό.
Κάποτε ὁ ἅγιος Ἀρσένιος, μέγας ἀσκητής, βαδίζοντας μέσα στήν ἔρημο, συνάντησε ἕναν ἄγγελο. Συζητοῦσαν θέματα πνευματικά καί ὁ ἅγιος μεταξύ τῶν ἄλλων ρώτησε ποιά ἁμαρτία ἀποστρέφεται περισσότερο ὁ Θεός. Ὁ ἄγγελος ἀπάντησε, τήν ἀχαριστία.
Ἔτσι λοιπόν γι᾿ αὐτήν τήν ἀχαριστία τους ὁ Θεός ἔστειλε φίδια φαρμακερά, πού τούς δάγκωναν καί πέθαιναν μέσα φοβερούς πόνους. ἡ ἔρημος Ἐδώμ ἔγινε ἕνα μεγάλο νεκροταφεῖο. Τότε κατάλαβαν, μετά τήν τιμωρία συνειδητοποίησαν, ὅτι ὅλα αὐτά συμβαίνουν ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους.
Συντετριμμένοι καί ταπεινωμένοι ἔτρεξαν στόν Μωϋσῆ, πού εἶχαν πολύ ταλαιπωρήσει, καί τόν παρεκάλεσαν νά κάνει κάτι, νά τούς βοηθήσει.  Ὁ Μωϋσῆς πέφτει στά γόνατα, μεσιτεύει καί παρακαλεῖ. Ἡ πρεσβεία τῶν ἁγίων εἶναι μεγάλη, ἔχει δύναμη, εἶναι πολύ ἀποτελεσματική. Ὁ Θεός σάν ἀγαθός Πατέρας, σάν πολυεύσπλαχνος, ἐπειδή εἶδε τήν μετάνοια τοῦ λαοῦ, ἄκουσε τίς προσευχές καί ἔδωσε τήν λύση, ἔφερε τήν λύτρωση.
Ὑπέδειξε στόν Μωϋσῆ νά κατασκευάσει ἕνα χάλκινο φίδι καί νά τό κρεμάσει σ᾿ ἕνα ξύλο. Μετά τό δάγκωμα τοῦ φιδιοῦ, ὅποιος στρεφόταν καί ἔβλεπε τό χάλκινα φίδι, σωζόταν ἀπό τόν θάνατο. Ἔτσισταμάτησε τό κακό γλύτωσαν οἱ Ἰσραηλῖται.
Ὅπως λοιπόν ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε τό φίδι μέσα στήν ἔρημο, ἔτσι ἔπρεπε νά ὑψωθεῖ ὁ Χριστός ἐπάνω στό ξύλο τοῦ σταυροῦ, ὥστε κάθε ἕνας πού πιστεύει σ᾿ Αὐτόν νά μή χαθεῖ, ἀλλά νά ἔχει χωή αἰώνια.
Ἐδῶ ἄς προσέξουμε κάποια πράγματα. Τό χάλκινο φίδι προεικόνιζε τόν Χριστό, τόν ὁποῖον σταύρωσαν, σάν νά ἦταν ὁ χειρώτερος κακοῦργος, ἕνας μεγάλος ἐγκληματίας.  Ὅμως τί εἴπαμε; Παρομοιάζεται ὁ Χριστός μέ χάλκινο, μέ ψεύτικο φίδι, πού ἀσφαλῶς αὐτό δέν ἔχει δηλητήριο. Ἄρα ὁ Χριστός δέν εἶχε ἁμαρτία, δέν ἦταν κακοῦργος, ὅπως ἤθελαν νά λένε οἱ ἐχθροί του.
Μέ τό χάλκινο φίδι οἱ Ἰσραηλῖται διέφευγαν τόν πρόσκαιρο θάνατο. Ὅσοι πιστεύουν στόν Χριστό διαφεύγουν τόν αἰώνιο θάνατο, λυτρώνονται ἀπό τήν σκλαβιά τοῦ νοητοῦ Φαραώ, τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας. Δέν βαδίζουν γιά τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλά πορεύονται στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Τελειώνοντας τρία πράγματα ἔχουμε νά ποῦμε.
Α) Ποιός δέν φοβᾶται καί δέν ἀποφεύγει τό φίδι. Στήν θέα του καί μόνο τρομάζουμε. Ἔτσι πρέπει νά ἀποφεύγουμε  καί τήν ἁμαρτία. Νά φοβώμαστε τήν ὁποιαδήποτε ἁμαρτία. Νά ἀποστρεφώμαστε τήν ἀχαριστία, πού εἶναι μεγάλη ἁμαρτία.
Β) Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού λένε, ἄν πᾶς μέ τό σταυρό στό χέρι δέν προκόβεις; Πῆγαν ποτέ καί τό δοκίμασαν; Ἴσα-ἴσα τότε πᾶς μπροστά, ὅταν στρέφεσαι πρός τόν Τ. Σταυρό, ὅπως εἴδαμε σήμερα καί ὅπως ἔγινε μέ τούς Ἑβραίους μέσα στήν ἔρημο. Τότε σωζόμαστε, ὅταν ἀποβλέπουμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, πού εἶναι ὁ μοναδικός εὐεργέτης μας, ὁ σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου.
Γ) Ὁ Χριστός δέν ἔχει δηλητήριο. Δέν μᾶς προσφέρει φαρμάκι, ἀλλά τό πανάγιο Αἷμα Του, πού εἶναι φάρμακον ἀθανασίας καί ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν, κατά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο τόν Θεοφόρο. Γι᾿ αὐτό κι᾿ ἐμεῖς νά πλησιάζουμε πάντοτε ἐν μετανοίᾳ καί νά κοινωνοῦμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, γιά νά ἐξουδετερώνει τό φαρμάκι τοῦ διαβόλου καί νά μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἁγιασμό καί στήν σωτηρία. Ἀμήν.-






Δεν υπάρχουν σχόλια: