Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή ΙΕ Ματθαίου (3-2-2013)



Ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτόν.
Κάποτε ἕνας νομοδιδάσκαλος πλησίασε τόν Χριστό καί τοῦ ἔθεσε τό ἑξῆς ἐρώτημα: Διδάσκαλε, ποιά εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἐντολή; Καί αὐτό τό ἔκανε, ὄχι γιατί πραγματικά ἐνδιαφερόταν νά μάθει, ἀλλά γιά νά τόν φέρει σέ δύσκολη θέση, νά τόν παγιδεύσει.
Ἔτσι βλέπουμε, πώς ὅσοι πλησίαζαν τόν Ἰησοῦ, δέν εἶχαν πάντοτε καλές καί ἁγνές διαθέσεις ἀπέναντί του. Ἐρχόντουσαν κοντά του μέ πολλούς καί διάφορους σκοπούς, ἄλλοτε ἀγαθούς καί ἄλλοτε πονηρούς. Αὐτό μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία νά ἀσχοληθοῦμε σήμερα μέ τό θέμα αὐτό καί νά δοῦμε γιά ποιόν λόγο καί μέ ποιές διαθέσεις τόν πλησίαζαν ἀπό τήν στιγμή πού ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο. 
Κατά πρῶτον οἱ ἁπλοϊκοί ποιμένες, μόλις ἔμαθαν τήν γέννηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἀπό τόν ἄγγελο, ἔτρεξαν δίπλα στήν Βηθλεέμ, γιά νά πᾶνε νά τόν προσκυνήσουν. Οἱ Μάγοι ἀπό τά βάθη τῆς Ἀνατολῆς, πού ἦταν ἄρχοντες καί ἠσχολοῦντο μέ τήν μελέτη τῶν οὐρανίων σωμάτων, ἐπί πολλούς μῆνες τόν ἀναζητοῦσαν καί ὕστερα ἀπό ταλαιπωρίες περίπου δύο ἐτῶν τόν βρῆκαν, τόν προσκύνησαν καί τοῦ προσέφεραν δῶρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν.
Ὁ Χριστός εἶναι γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά τούς ἁπλούς καί γιά τούς ἐπισήμους. Δέν ξεχωρίζει κανέναν, ὅλους τούς θέλει κοντά του. Σέ ὅλους προσφέρει τήν σωτηρία καί τίς εὐλογίες του. Μέ αὐτήν τήν καλή καί ἁγνή διάθεση πρέπει κι᾿ ἐμεῖς νά πλησιάζουμε τόν Χριστό καί νά τοῦ προσφέρουμε κι᾿ ἐμεῖς δῶρα. Αὐτά πού ἔχουμε, αὐτά πού μποροῦμε. Καί ἄν δέν ἔχουμε τίποτε  ἄλλο ἀκριβό καί ζηλευτό, διαθέτουμε κάτι πολύτιμο, πού διακαῶς τό ποθεῖ ὁ Χριστός καί μᾶς τό  ζητάει. Εἶναι ἡ καρδιά μας. Δός μοι, υἱέ, σήν καρδίαν. Παιδί μου, δόσε μου τήν καρδιά σου. Αὐτό ἔλεγε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς χριστιανούς. Δέν θέλω τά δικά σας πράγματα, ἀλλά ἐσᾶς τούς ἴδιους. Οὐχί τά ὑμῶν, ἀλλ᾿ ὑμᾶς.
Ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, μέγας ἐπιστήμων στήν ἐποχή του, ἄφησε τήν πατρίδα του τήν Ρώμη καί πῆγε στήν Βηθλεέμ, ἔγινε ἀσκητής στό σπήλαιο τῆς γεννήσεως. 
Κάποια Χριστούγεννα ἔκανε ἀγρυπνία προσευχόμενος καί γιά λίγο ἔκλεισε τά μάτια του, τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Βλέπει τόν Χριστό νήπιο μέσα στήν φάτνη. Προσπαθεῖ νά δεῖ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά δέν τά καταφέρνει. Ὁ Χριστός στρέφει ἀλλοῦ τό πρόσωπό του. Λυπήθηκε ὁ ἅγιος καί παραπονέθηκε. Γιατί, Κύριε, δέν μοῦ ἐπιτρέπεις νά δῶ τό πρόσωπό σου; Γιατί Ἱερώνυμε, δέν μέ ἀγαπᾶς. Ἐγώ, Κύριε, δέν ἀγαπώ; Ἐγώ πού ἄφησα τήν πατρίδα μου, τήν οἰκογένειά μου, τούς συγγενεῖς μου, τίς ἀνέσεις μου, τήν σταδιοδρομία μου; Ὅλα τά ἔδωσα γιά σένα, δέν μοῦ ἔμεινε τίποτε ἄλλο. Ἱερώνυμε, δέν μέ ἀγαπᾶς. Σήμερα εἶναι ἡ γιορτή μου καί περιμένω ἕνα δῶρο ἀπό ἐσένα. Δέν ἔχω τίποτε, Κύριε, νά σοῦ προσφέρω. Ἱερώνυμε, θέλω τήν καρδιά σου, γιά νά τήν καθαρίσω. Τίς ἁμαρτίες σου θέλω. 
Κι᾿ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, τίποτε ἄλλο ἄν δέν ἔχουμε, εἴμαστε γεμᾶτοι ἀπό ἁμαρτίες. Καί ὅσο καί ἄν μᾶς φαίνεται παράξενο, αὐτές θέλει ὁ Χριστός, αὐτές ἐπιζητεῖ, αὐτές πρέπει νά προσφέρουμε. Εἶναι τό καλύτερο δῶρο, πού θά μπορούσαμε νά κάνουμε. 
Θέλει νά πλησιάσει καί ὁ Ἡρώδης, μά ὄχι γιά νά προσκυνήσει, ἀλλά γιά νά σκοτώσει τόν Χριστό. Ἔτσι ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἐπαληθεύεται ἡ προφητεία τοῦ πρεσβύτη Συμεών, ὅτι κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν. Ἄλλοι τόν πιστεύουν καί ἄλλοι τόν ἀμφισβητοῦν. Ἄλλοι τόν δοξάζουν καί ἄλλοι τόν βλασφημοῦν. Ἄλλοι σώζονται καί ἄλλοι κολάζονται, ἀνάλογα μέ τόν τρόπο πού τόν πλησιάζουν. Ὁ Ἡρώδης, ἐπειδή θέλησε μέ πονηρό τρόπο καί ἄγριες διαθέσεις νά πλησιάσει τόν Χριστό, εἶχε κακό τέλος καί ὀδυνηρό. Νά προσέχουμε κι᾿ ἐμεῖς, μή τά βάζουμε μέ τόν Θεό, μή τόν προκαλοῦμε. Σκληρόν πρός κέντρα λακτίζειν. 
Βλέπουν τόν Κύριο δέκα λεπροί ἄνδρες. Θέλουν νά πλησιάσουν, μά δέν τό κάνουν, δέν τό τολμοῦν. Ὁ νόμος τους δέν τό ἐπιτρέπει. Φωνάζουν ἀπό μακρυά νά τούς λυπηθεῖ καί νά τούς ἐλεήσει. Καί ὁ Χριστός τούς παραπέμπει στούς ἱερεῖς. Εἶναι πολύ παράξενο αὐτό. Στούς γιατρούς θά ἔπρεπε νά τούς παραπέμψει καί ὄχι κάπου ἀλλοῦ. Ἤθελε μέ τόν τρόπο αὐτό νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους καί νά δείξει, ὅτι ἐκτός ἀπό τήν λέπρα τοῦ σώματος ὑπάρχει καί ἡ λέπρα τῆς ψυχῆς καί ὅτι, ἄν θέλουν νά θεραπευθοῦν ἀπό αὐτήν, θά πρέπει ὁπωσδήποτε νά πᾶνε στούς ἱερεῖς, στούς πνευματικούς. Αὐτοί εἶναι οἱ ἐντεταλμένοι τοῦ Θεοῦ, πού μποροῦν νά συγχωροῦν ἁμαρτίες καί κανείς ἄλλος.
Θέλησε καί ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία νά πλησιάσει τόν Χριστό, νά μπεῖ στόν Πανίερο Ναό τῆς Ἀναστάσως καί νά προσκυνήσει πάνω στόν Γολγοθᾶ  τόν Τίμιο Σταυρό, μά δέν τῆς τό ἐπέτρεψε. Ὅταν κατάλαβε τό λάθος της, μετενόησε γιά τά κρίματά της, σταμάτησε τήν αἰσχρή ἁμαρτία, τότε τήν δέχθηκε ὁ Χριστός.
Πλησίασε τόν Χριστό καί ἡ αἱμορροοῦσα, μέ συστολή, μέ ἄκρα ταπείνωση, ἁπλῶς νά ἀκουμπήσει τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του. Ἐπειδή, λόγῳ τῆς αἱμορραγίας ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτη, πλησίασε ἀπό πίσω μέ φόβο, νά μή τήν πάρει εἴδηση ὁ Χριστός. Ὁ ὄχλος τόν ἔσπρωχνε μέ ἀδιαφορία, ἴσως καί ἀσέβεια. Κανείς ἀπό αὐτούς δέν ὠφελήθηκε, κανείς δέν κατάλαβε τίποτε. Σώθηκε αὐτή πού πλησίασε μέ πίστη καί εὐλάβεια. 
Λέει τώρα μιά εὐχή πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ἡ γυναίκα αὐτή ἦρθε μέ τόση πίστη, ἁπλῶς γιά νά ἀκουμπήσει τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος. Ἐμεῖς πού θέλουμε νά κοινωνήσουμε, νά τόν πάρουμε ὁλόκληρο μέσα μας, μέ πόσην προετοιμασία, μέ ποιά πίστη καί εὐλάβεια πρέπει νά πλησιάζουμε; 
Στήν μέν ἐξομολόγηση πηγαίνουμε φορτωμένοι μέ ἁμαρτίες, ὅσο βρώμικοι καί ἄν εἴμαστε. Στήν Θεία Κοινωνία ὅμως πρέπει νά πλησιάζουμε καθαροί-πεντακάθαροι. Λένε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νά ἔχουμε τήν καθαρότητα τῶν ἀγγέλων.
Ἔλεγε ὁ π. Πορφύριος: Νά πλησιάζουμε τόν Χριστό, ὄχι ἀπό φόβο, μήπως πεθάνουμε καί τί θά γίνουμε, ἀλλά νά τοῦ ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας, ὅπως τραβᾶμε τήν κουρτίνα στό παράθυρο καί μπαίνει μέσα ὁ ἥλιος.Ἔτσι νά ἔρθει καί σέ μᾶς ὁ Χριστός.
Ἀκόμη πλησίασαν τόν Χριστό ἐκεῖνοι οἱ τέσσερις ἄνδρες, πού κουβαλοῦσαν τόν παράλυτο. Ἐπειδή λόγῳ τοῦ συνωστισμοῦ δέν μποροῦσαν νά πλησιάζουν, εἶναι γνωστή ἡ περίπτωσις, χάλασαν τήν στέγη καί ἀπό ἐκεῖ τόν κατέβασαν μπροστά στόν Χριστό. 
Αὐτό σημαίνει, ὅτι πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε νά πλησιάσουμε τόν Χριστό. Νά προσπαθοῦμε νά παραμερίζουμε καί νά ὑπερνικοῦμε τά ἐμπόδια, πού παρεμβάλλονται στό δρόμο μας. Ἀκόμη νά βοηθοῦμε καί τούς ἄλλους, γιά νά πλησιάσουν κι᾿ ἐκεῖνοι τόν Χριστό. Νά γίνουμε τραυματιοφορεῖς, οἱ ἀχθοφόροι τῆς ἀγάπης. Καί ἐπί πλέον, γιά νά συναντήσουμε τόν Χριστό, πρέπει νά ἀνεβοῦμε πνευματικά. Τό ἴδιο ἔγινε καί μέ τόν Ζακχαῖο. Κατέβηκε ἡ Χριστός στή γῆ, ἀνέβηκε στήν συκομορέα ὁ Ζακχαῖος καί κάπου μεταξύ οὐρανοῦ και γῆς ἔγινε ἡ μεγάλη συνάντησις.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μᾶς λέει κάτι ἀκόμη: Νά πλησιάζουμε, ὅσο μποροῦμε, κάθε ἄνθρωπο πού χρειάζεται τήν βοήθειά μας. Ποτέ μή τόν ἀφήνουμε ἀβοήθητο καί παραμελημένο νά παρακαλάει. Ὁ Χριστός μᾶς ἔδειξε, ὅτι  εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος πού ἔχει τήν ἀνάγκη μας. Νά προσφέρουμε πρόθυμα καί μέ εὐχαρίστηση. Ἔτσι μιμούμεθα τόν ἴδιο τόν Θεό, τόν εὐεργέτη μας.
Ἀγαπητοί μου,

 Εἴπαμε σήμερα λίγες περιπτώσεις, πῶς καί μέ ποιό τρόπο κάποιοι πλησίασαν τόν Χριστό. Ἐμεῖς τί κάνουμε; Εἴμαστε κοντά, εἴμαστε μακρυά, πῶς θά πλησιάσουμε; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει, ὅσο ὁ Χριστός κάθεται στόν θρόνο τῆς χάριτος καί δέν κάθησε ἀκόμη στόν θρόνο τῆς κρίσεως, νά πλησιάσουμε μέ παρρησία. Μή διστάζουμε, νά ζητήσουμε βοήθεια καί ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Νά εἴμαστε βέβαιοι, ὅτι θά βροῦμε χάριν καί ἔλεον. Ἀμήν.- 

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή ΙΕ Λουκᾶ, τοῦ Ζακχαίου (27-1-2013)



Λέμε συνήθως, ἀγαπητοί μου, ὅτι δέν πρέπει νά εἴμαστε τῶν ἄκρων, ἀλλά νά ἀκολουθοῦμε τήν μέση καί βασιλική ὁδό. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια, ὅμως δέν ἰσχύει πάντοτε. Π.χ. ὅταν λέει ὁ Χριστός, ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, σημαίνει ὅτι στήν περίπτωση αὐτή πρέπει νά εἴμαστε τῶν ἄκρων.
Ὑπάρχουν μέ ἄλλα λόγια περιπτώσεις, κατά τίς ὁποῖες πρέπει νά παίρνουμε τά ἄκρα. Τότε ἡ μέση ὁδός δέν εἶναι καλή, δέν εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη. Εἶναι δεῖγμα ἀνικανότητας καί ἔλλειψης ζήλου. Τότε θά καταντήσουμε ἄβουλοι καί ἀναποφάσιστοι. Τό θέμα εἶναι νά γνωρίζουμε πότε καί μέχρι ποιοῦ σημείου θά φτάσουμε στά ἄκρα. Αὐτά θά δείξουν, ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι ζωντανοί, ζηλωτές μέ τήν καλή ἔννοια. Θά ἔχουμε ζῆλον κατ᾿ ἐπίγνωσιν, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Ἕνα τέτοιο παράδειγμα μᾶς παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Εἶναι ἡ συνάντησις τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ζακχαῖο τόν ἀρχιτελώνη. 
Ὁ Ζακχαῖος πάντοτε ἔπιανε τά ἄκρα. Τό ἕνα ἄκρο ἦταν, ὅτι ἀδιαφοροῦσε τελείως γιά τόν κόσμο καί τό ἄλλο ὅτι ἔδειξε πολύ μεγάλο, τρομερό ἐνδιαφέρον γιά τόν κόσμο. Αὐτό φαίνεται πολύ παράξενο. Πῶς μποροῦν νά συμβαίνουν καί τά δύο; Καί ὅμως εἶναι ἀλήθεια, ἔτσι ἔγινε.
Στήν ἀρχή, πρίν γνωρίσει τόν Χριστό, ἀδιαφοροῦσε γιά τό τί θά πεῖ ὁ κόσμος γιά τό ἄτομό του καί τίς πράξεις του. Σκοπό εἶχε νά πλουτίσει εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Γι᾿ αὐτό ἅρπαζε, τούς κατέκλεβε, σάν ἀρχιτελώνης πού ἦταν. Ἀδιαφοροῦσε γιά τό ἄν ἔχει ὁ ἄλλος ἤ δέν ἔχει καί θά δυστυχεῖ, θά ὑποφέρει. Δέν τοῦ ἔνοιαζε καθόλου γιά τό τί ἔλεγε ὁ κόσμος εἰς βάρος του, ὅτι ὅλοι τόν κατηγοροῦσαν, τόν περιφρονοῦσαν καί ἀπέφευγαν ἀκόμη καί νά τόν χαιρετήσουν.
Λοιπόν τό ἐπάγγελμά του ἦταν συνυφασμένο μέ κλοπές καί ἀδικίες, μέ πολλές-συνεχεῖς ἁμαρτίες. Ἀπέκτησε περιουσία τεράστια, μά δέν εὕρισκε ἱκανοποίηση στά πλούτη του. Τοῦ ἔλειπε κάτι πολύ βασικό-βασικότατο: ἡ ἀναπαυμένη συνείδησις καί ὁ Θεός.  Τελικά δέν μποροῦσε νά ἀναπαυθεῖ στά πολλά του χρήματα καί στήν κοσμική ζωή. Διψοῦσε γιά τήν προσωπική του σωτηρία καί τήν σωτηρία ὁλόκληρης τῆς οἰκογένειάς του. Ὁ ἄνθρωπος ὅσο διεφθαρμένος καί ἄν εἶναι, ὅσο καί νά καλύψει τήν θεϊκή φλόγα τῆς ψυχῆς του, πάντοτε θά μένει μία μικρή σπίθα χωμένη μέσα στήν στάχτη, στά κατάβαθα τῆς καρδιᾶς.
Ἀδιαφόρησε ἐντελῶς καί περιφρόνησε τελείως τόν κόσμο, ὅταν ἀνέβηκε πάνω στήν συκομορέα, γιά νά δεῖ τόν Χριστό. Ὁ ἀρχιτελώνης, τί ντροπή! ἀνεβαίνει ἐπάνω στό δέντρο σάν ἕνα μικρό σκανταλιάρικο παιδί. Σκαρφαλώνει σάν ἕνα γατί. Τό θεωρεῖτε ἁπλό καί εὔκολο αὐτό; Ξέρετε πόσοι μορφασμοί ἀποδοκιμασίας ἔγιναν; Τί πικρόχολα σχόλια, πόσες ἄδικες κρίσεις καί φίθυροι, πόσα εἰρωνικά χαμόγελα, πόσα φαρμακερά μειδιάματα; Καί ὅμως ὁ ἴδιος ἀδιαφορεῖ παντελῶς. Τούς γράφει ὅλους στά παλιά του τά παπούτσια.
Ὁ ζῆλος του ἦταν σφοδρός, ἡ ἐπιθυμία του τεράστια, ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ τόν Χριστό ἀπό περιέργεια, ὅπως οἱ πολλοί, ἀλλά νά τόν γνωρίσει. Νά τόν δεῖ μέ τά μάτια του, νά τόν ἀκούσει μέ τά αὐτιά του. Δέν θέλει νά ρωτήσει τούς ἄλλους γιά τόν Χριστό. Θέλει ὁ ἴδιος νά ἐπικοινωνήσει  προσωπικά μαζί του καί νά ὠφεληθεῖ. Γι᾿ αὐτό δείχνει τέλεια ἀδιαφορία γιά τόν κόσμο καί τά σχόλια τοῦ κόσμου. Ὁ ζῆλος του τόν κάνει νά περιφρονήσει τόν κόσμο. Ὁ Χριστός τόν ἔχει συναρπάσει κυριολεκτικά. Ἔτσι κατέπνιξε τούς τυχόν δισταγμούς του.
Νά λοιπόν εἴδαμε πῶς καί γιατί τόσο πολύ περιφρονεῖ τόν κόσμο.
Ἀλλά ὰπό τήν ἄλλη πλευρά ἐνδιαφέρεται γιά τόν κόσμο. Ἀσχολεῖται μέ τόν κόσμο. Πότε; ἀφοῦ γνώρισε τόν Χριστό. Ἡ γνωριμία του μέ τόν Χριστό τόν ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο, τόν ἄλλαξε ριζικά. Τώρα πηγαίνει στό ἄλλο ἄκρο. (Πάλι σέ ἄκρο). Τό μεγάλο, εἰλικρινές ἐνδιαφέρον καί ὁ ζῆλος του τόν ὠθοῦν νά ξεγυμνώσει τήν ψυχή του. Εἶναι εὔκολο; Ἄντε, κάντε το νά δοῦμε; 
Κύριε, εἶναι ἁμαρτωλός, εἶμαι κλέφτης καί ἀπατεώνας. Μέχρι τώρα καλωσύνη δέν ἔκανα σέ κανένα, μόνο ἅρπαζα καί ἀδικοῦσα. Γράφει ὁ εὐαγ. Λουκᾶς, σταθείς πρός τόν Ἰησοῦν, πού σημαίνει στάθηκε μπροστά στόν Ἰησοῦ, στάθηκε ὄρθιος μέ ἐπισημότητα, μέ τήν σταθερή ἀπόφαση νά διορθώσει τήν ζωή του καί νά διορθωθεῖ καί ὁ ἴδιος. Εἶναι αὐστηρός μέ τόν ἑαυτό του. Αὐτή εἶναι ἡ εἰλικρινής μετάνοια. 
Ἔχω μεγάλη περιουσία. Τήν μισή τήν μοιράζω στούς φτωχούς. Τήν δίνω πρόθυμα, μέ τήν ψυχή μου, χωρίς κανείς νά μέ ἐκβιάζει. Αὐτό ὑπαγόρευε ἡ συνείδησίς του καί ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη πολλοί, πού τούς ἀδίκησα. Σ᾿ αὐτούς δέν δίδω ἀλλά ἀποδίδω, ἐπιστρέφω  στό τετραπλάσιο ἀπό ὅ,τι τούς πῆρα. Εἶναι χρέος μου νά τό κάνω.
Ὁ φαρισαῖος τῆς γνωστῆς παραβολῆς ἐκαυχᾶτο τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ὅτι ἔδινε ὡς ἐλεημοσύνη τό 1)10 ἀπό αὐτά πού εἶχε. Ἔτσι ὅριζε ὁ Μωσαϊκός νόμος. Ὁ ζῆλος τοῦ Ζακχαίου καί τό μεγάλο ἐνδιαφέρον του γιά τόν κόσμο τόν κάνει νά ξεπεράσει τόν νόμο καί τήν ἐνέργεια τοῦ φαρισαίου. Αὐτός τώρα δίνει τά μισά, τά 5)10. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστός τόν ἄμειψε. Ἀπό τόσο πλῆθος αὐτόν μόνο πρόσεξε. Αὐτόν εἶδε. Αὐτόν πλησίασε. Σ᾿ αὐτόν στάθηκε. Μέ αὐτόν μίλησε. Στό δικό του σπίτι πῆγε. Μαζί του κάθησε καί ἔφαγε. Γι᾿ αὐτόν βεβαίωσε, ὅτι σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο. Τό σπουδαῖο εἶναι, ὅτι δέν σώθηκε μόνο ὁ Ζακχαῖος, ἀλλά ὁ ἴδιος ἔγινε αἰτία νά σωθεῖ καί ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του. 
Ἀγαπητοί μου, 
Εἶναι ὡραῖο πρᾶγμα νά μάθει κανείς νά ἐνδιαφέρεται γιά τόν κόσμο, ἀλλά καί νά ἀδιαφορεῖ γιά τόν κόσμο. Νά ἀδιαφορεῖ γιά τό κοσμικό ρεῦμα, πού ἐπικρατεῖ. Καλό εἶναι νά ἀδιαφορεῖ γιά συνήθειες καί τάσεις, πού διαδίδονται στόν κόσμο, ὅταν αὐτές στρέφωνται κατά τῆς ἀληθείας καί κατά τοῦ Χριστοῦ.
Πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἦρθε ἡ μόδα μέ τά μακρυά μαλλιά καί γέμισε ὅλος ὁ κόσμος μέ μακρυμάλληδες σάν νά ἦταν πρόβατα καί ἄλογα μέ χαίτη. Ἔκανε ἕνας μία ἀνοησία, ἔβαλε σκουλαρίκι στό αὐτί καί σάν μεταδοτική ἀρώστια διαδόθηκε στό ἀνδρικό φύλο. Ἔτσι πολλοί νέοι, ἀλλά καί μεγαλύτεροι στήν ἡλικία, ἀκόμη καί παπποῦδες κρέμασαν σκουλαρίκια στά αὐτιά τους καί ἔγιναν καταγέλαστοι ἀπό τούς σοβαρούς ἀνθρώπους. 
Πολλοί ἔρχονται στό Ναό κατά τίς μεγάλες γιορτές, γιά νά δοῦν κόσμο, γιά νά τούς δεῖ ὁ κόσμος. Ὄχι γιά νά ὠφεληθοῦν, γιά νά συμμετάσχουν στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὄχι γιά νά προσευχηθοῦν, νά ἀκούσουν τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι γίνονται σταγόνα, πού χάνονται στόν ὠκεανό, πού τούς παρασύρει τό κῦμα, γίνονται χαλίκι, πού τό ἰσοπεδώνει ὁ ὁδοστρωτήρας.
Ἐμεῖς ἀπό τήν μιά πρέπει νά ἀδιαφορήσουμε γιά τά σχόλια τοῦ κόσμου καί τίς ἐσφαλμένες ἀπόψεις του. Ἀπό τήν ἄλλη νά δείξουμε ἐνδιαφέρον γιά τόν κόσμο. Νά ἀσχοληθοῦμε μαζί του. Νά προσπαθήσουμε νά τόν φέρουμε κοντά στόν Χριστό. Νά ἐπανορθώσουμε τίς ἀδικίες, πού κάναμε. Νά ἐπιστρέψουμε ὅ,τι πήραμε καί δέν μᾶς ἀνήκει. Νά ἐπιστρέψουμε τά δανικά, πού μᾶς ἔδωσε ὁ ἄλλος στή δύσκολή μας ὥρα. Μή κάνουμε τώρα πώς δέν καταλαβαίνουμε.
Ἀγαπητοί μου,
Πολλοί βλέπουμε τόν ἑαυτό μας στό πρῶτο μέρος τοῦ Ζακχαίου, στήν ἀδικία καί στήν ἐκμετάλλευση. Καιρός εἶναι νά τόν μιμηθοῦμε καί στό δεύτερο. Δηλαδή στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί  στήν διόρθωση, στήν μεταστροφή.
Μή μᾶς ἀπασχολεῖ καί μή μᾶς ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἡ γνώμη τοῦ κόσμου, πού κεῖται στό πονηρό. Πρωτίστως νά μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ, γιατί Ἐκεῖνος θά μᾶς κρίνει, ὄχι ὁ κόσμος. Ἐκεῖνος θά μᾶς δικάσει. Μπροστά σ᾿ Ἐκεῖνον θά παρασταθοῦμε κάποτε. Ἐκεῖνος θά μᾶς σώσει. Ἀπό Ἐκεῖνον θά λάβουμε τήν ἀμοιβή μας. Ἐκεῖνος θά μᾶς ἀνοίξει τίς πῦλες τοῦ οὐρανοῦ. Ἀπό Ἐκεῖνον νά ἀκούσουμε κι᾿ ἐμεῖς τά λόγια πού ἀπηύθυνε στόν Ζακχαῖο: Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο. Ἀμήν