Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Ἀπόστολος Ἀνδρέας (30-11-2013)


Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὀνομάζεται Πρωτόκλητος, γιατί πρῶτος γνώρισε τόν Χριστό καί πρῶτος τόν ἀκολούθησε.Καί αὐτό τό βλέπουμε μέσα στά ἱερά Εὐαγγέλια.
Ἡ πρώτη περίπτωση ἦταν τότε πού τόν εἶδε ὁ Τίμιος Πρόδρομος στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνου, σήκωσε τό χέρι του, ἔδειξε τόν Χριστό καί εἶπε: Ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ... Χωρίς καθυστέρηση καί ἄλλα λόγια ὁ Ἀνδρέας, πού μέχρι τότε ἦταν μαθητής τοῦ Προδρόμου, ἀκολούθησε τόν Χριστό μαζί μέ ἕναν ἀκόμη μαθητή τόν Ἰωάννη, υἱό τοῦ Ζεβεδαίου. 
Ἡ ἄλλη περίπτωσις ἦταν, ὅταν κατήρτιζαν τά δίκτυα, μπάλωναν καί περιποιόντουσαν τά δίκτυα στό ἀκρογιάλι  τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας. Μέ ἕναν λόγο τοῦ Χριστοῦ, δεῦτε ὀπίσω μου, σηκώθηκαν οἱ τέσσερις μαθηταί, ἀνάμεσά τους καί ὁ Ἀνδρέας καί ἀκολούθησαν τόν Ἰησοῦ Χριστό.
Κάνω τώρα μία σκέψη:Ἐκεῖνοι οἱ μαθηταί δέν ἤξεραν ἀκόμη καλά ποιόν ἔχουν μπροστά τους. Ποιός εἶναι αὐτός πού τούς μιλάει; Τί θά κάνουν μαζί του, πῶς θά ζήσουν; Ποιό τό μέλλον καί ἡ σταδιοδρομία τους; Σέ ποιούς θά ἀφήσουν τιούς γονεῖς καί τίς οἰκογένειές τους; Τίποτε ἀπό αὐτά δέν σκέπτονται. Πρόθυμα κάνουν ὑπακοή καί ἀκολουθοῦν τόν Χριστό. Ἕνα κήρυγμα ἄκουσαν ἀπό τόν χριστό, ἕνα θαῦμα εἶδαν, ἐκεῖνο τῆς θαυμαστῆς ἀλιείας καί θαμπώθηκαν. Αὐτά τούς ἔκαναν νά ἀφήσουν τά πάντα καί νά τόν ἀκολουθήσουν. Νά συνδεθοῦν γιά πάντα μαζί του, ἀκόμη καί νά πεθάνουν γιά τήν ἀγάπη του.
Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ἔχει σχέση  καί μέ τήν πατρίδα μας. Ἀπό τό Βυζάντιο πού ἦταν ἔφτασε στήν Πελοπόννησο καί κατέληξε στήν Πάτρα, ὅπου ἐκήρυξε καί ἐμαρτύρησε. Τόν σταύρωσαν σάν τόν Χριστό, ἀλλά μέ μία διαφορά πού τό ζήτησε ὁ ἴδιος. Νά τόν σταυρώσουν μέ τό κεφάλι πρός τά κάτω. Γιαὐτό τά χώματα τῆς Πατρίδας μας εἶναι ἁγιασμένα ἀπ᾿ἄκρου εἰς ἄκρον. Πάνω σ᾿ αὐτά περπάτησαν οἱ Ἀπόστολοι καί πολλοί ἄλλοι Ἅγιοι καί τά πότισαν μέ τό αἷμα τους.
Ἐμεῖς σήμερα ὑποτίθεται, ὅτι γνωρίζουμε τόν Χριστό. Ξέρουμε ποιόν ἔχουμε ἀπέναντί μας. Εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε στή γῆ, γιά νά σώσει τόν κόσμο. Δύο χιλιάδες χρόνια ἔχουμε τήν Ἐκκλησία του. Εἴκοσι αἰῶνες τώρα κρατοῦμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στά χέρια μας.  Ξέρουμε πολλά ἀπό τήν ζωή του, ἀπό τά θαύματα καί τήν διδασκαλία του. Τό θέμα εἶναι, πόσο σωστά τόν πιστεύουμε; πόσο τόν ἀκολουθοῦμε μέ συνέπεια; Τί εἴμαστε πρόθυμοι νά προσφέρουμε ἤ νά κάνουμε γιά τήν δόξα του; Πόσο μιλᾶμε γιαὐτόν πρῶτα στά παιδιά μας, μέσα στήν οἰκογένειά μας καί ἔπειτα παρά ἔξω σέ ὅλο τόν κόσμο; 
Ἀγαπητοί μου,
Πολλές φορές ἀναφερόμαστε στήν προθυμία τῶν μαθητῶν νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό, ἀλλά κάνουμε τό λάθος νά λησμονοῦμε τούς γονεῖς τους. Ὅταν ὁ Κύριος κάλεσε τούς μαθητάς κι᾿ἐκεῖνοι τόν ἀκολούθησαν, ἦταν παρών ὁ πατέρας τους Ζεβεδαῖος. Δέν διαμαρτυρήθηκε, δέν ἔκλαψε, δέν προσπάθησε νά τούς ἐμποδίσει, ὅπως συνήθως γίνεται σήμερα, ἄν κάποιος νέος θέλει νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό. Καί μάλιστα τί βλέπουμε μέσα στά Εὐαγγέλια; Ἀκολουθεῖ καί ὑπηρετεῖ τόν Χριστό καί ἡ μητέρα τῶν ἀποστόλων Ἰωάννου καί Ἰακώβου. Μένει μαζί του μέχρι τό τέλος. Εἶναι κοντά στόν σταυρό μαζί μέ τήν Παναγία. Εἶναι μία ἀπό τίς μυροφόρες γυναῖκες. Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν δέν ἀντέδρασαν, ὅταν τά παιδιά τους ἔγιναν μαθηταί τοῦ τιμίου Προδρόμου, οὔτε ὅταν ἀκολούθησαν τόν Χριστό.
Ξέρετε, ἄν ἐμεῖς ἀδιαφορήσουμε ἤ ἄν τό χειρότερο ἐμποδίσουμε τά παιδιά μας ἤ κάποιον ἄλλον, νά ἀποκτήσουν σχέσεις μέ τόν Χριστό, θά τούς ἔχουμε μάρτυρες κατηγορίας. Τό λέω αὐτό, γιατί εἶναι πολλοί οἱ γονεῖς πού ἐμποδίζουν τά παιδιά τους νά ἐκκλησιάζωνται, νά νηστεύουν, νά ἔχουν πνευματικό καί νά κοινωνοῦν. Καί μάλιστα τούς μαθαίνουν πονηρίες καί ἀτιμίες. Τούς ὁδηγοῦν ἀκόμη καί στήν πορνεία. Αὐτούς τούς γονεῖς, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σάν ἐγκληματίες θά τούς καταδικάσει ὁ Θεός.
Κάποτε ἕνας νέος πίστεψε μέ ὁλοφάνερη ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καί πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ. Τήν χαρά καί τήν ἀγαλλίαση, τήν κατάνυξη πού αἰσθάνθηκε, δέν περιγράφεται. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας παραπονέθηκε στόν πατέρα του, τήν μάνα του καί στά μεγαλύτερα ἀδέλφια του. 
Γιατί ποτέ δέν μοῦ μιλήσατε γιά τόν Θεό; Ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὑπάρχει θάνατος καί ψυχή καί κάποτε θά δώσουμε λόγο στόν Θεό γιά τίς πράξεις μας; Γιατί μέ ὁδηγούσατε μέ τίς συμβουλές σας, μέ τούς τρόπους σας  στούς δρόμους τῆς ἁμαρτίας, στά καπηλιά καί στά κακόφημα κέντρα (ὑποτίθεται) διασκεδάσεως;  Γιατί μέ τήν θέλησή σας μέ ὁδηγήσατε στήν ἁμαρτία, στήν ἀνηθικότητα, στή βρωμιά, στήν ἀπάτη, στή συκοφαντία, στήν κακία, στόν ἐγωϊσμό καί στό πεῖσμα; Γιατί δέν μοῦ διδάξατε τήν ἀρετή, τήν ἀγάπη, τήν καλωσύνη; Γιατί δέν μοῦ μιλήσατε γιά τόν Χριστό; Γιατί; 
Αὐτό τό μεγάλο γιατί, δέν θά μᾶς τό ποῦν κάποτε μόνο τά παιδιά μας, ἀλλά θά ἔρθει ὥρα, πού θά μᾶς τό πεῖ καί ὁ Θεός. Θά ἐλέγξει καί τήν δική μας ζωή, μά καί τήν ἀνατροφή πού δόσαμε στά παιδιά μας. Τότε τί θά ἔχουμε νά ποῦμε; Πῶς θά δικαιολογηθοῦμε ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως; Ἀλίμονό μας. Τό θέμα τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μας πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ σοβαρά καί μόνιμα.

 Εὔχομαι, διά πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέα, νά ἀνοίξει ὁ Θεός τίς καρδιές μας καί τά αὐτιά μας. Νά τόν δεχθοῦμε καί νά ἀκοῦμε τά θεῖα λόγια του. Νά ἀγωνιζώμαστε γιά ὅ,τι μεγάλο καί ὑψηλό. Νά ἀνοίξει ὁ Θεός τό στόμα μας. Νά χαριτώνει τήν γλώσσα μας, γιά νά ὁμιλοῦμε καί νά ὑμνοῦμε τά μεγαλεῖα του. Αὐτός ἔμεινε ἡ μοναδική ἐλπίδα τοῦ κόσμου. Αὐτός εἶναι ἡ σωτηρία μας. Ἀμήν.-

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή ΙΔ΄Λουκᾶ (1-12-2013)


Τί σοι θέλεις ἵνα ποιήσω;
Μεγάλη ἐντύπωση μᾶς κάνει, πολύ παράξενο μᾶς φαίνεται τό ἐρώτημα πού ἀπευθύνει ὁ Χριστός στόν τυφλό τῆς Ἱεριχοῦς. Τί θέλεις νά σοῦ κάνω; Μά τί ἄλλο θά μποροῦσε νά ζητήσει ἕνας τυφλός ἀπό τό φῶς του; Πρός τί λοιπόν αὐτό τό ἐρώτημα; 
1ον. Ὑπῆρχε περίπτωσις ὁ τυφλός, ὅσο παράξενο καί ἄν μᾶς φαίνεται, νά μή ἤθελε τό φῶς του. Νά ἐκμεταλλευόταν τήν πάθησή του, τήν ἀναπηρεία του γιά οἰκονομικό ὄφελος. Γιά νά προκαλεῖ τόν οἶκτο τῶν ἄλλων, νά τόν λυποῦνται καί νά τοῦ δίνουν ἐλεημοσύνη. 
Γνωρίζω ἀνθρώπους, πού ἔχουν κάποιο πρόβλημα ὑγείας καί δέν πᾶνε στόν γιατρό, δέν θέλουν νά γίνουν καλά, γιατί ἔτσι θά ἐκμεταλλεύωνται τό πρόβλήμά τους, θά μαζεύουν χρήματα χωρίς νά χρειάζεται νά ἐργάζωνται. 
Ἀκόμη εἶναι ἀλήθεια, πώς κάποιοι ἀσυνείδητοι γονεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι πού δέν εἶναι γονεῖς οἱ ἴδιοι σακατεύουν, κακοποιοῦν μικρά παιδιά, τά καθιστοῦν ἀνάπηρα καί τά περιφέρουν μέσα στήν κοινωνία καί ἐπαιτοῦν μέ παραπονιάρικο ὕφος, βοηθεῖστε τό παιδάκι μου πού εἶναι ἀνάπηρο. Σκοπός καί ἐπιδίωξίς τους εἶναι νά βγάλουν  εὔκολο χρῆμα ἀπό τόν πόνο τῶν ἄλλων. Ὅλοι οἱ τυφλοί δέν θέλουν πάντοτε τό φῶς τους. Ὅλοι οἱ ἄρρωστοι δέν ἐπιθυμοῦν τήν ὑγεία τους γιά πονηρούς σκοπούς, γιά οἰκονομικά ὀφέλη.
Ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων εἶναι γνωστό τό περιστατικό μέ τήν δαιμονισμένη στούς Φιλίππους. Ἡ δαιμονισμένη νέα ἦταν δούλη, εἶχε πνεῦμα πύθωνος καί μάντευε, προέλεγε τά μέλλοντα. Ὅταν τήν ἐθεράπευσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔβγαλε τό δαιμόνιο, σταμάτησε καί ἡ μαντική της ἱκανότητα. 
Βλέποντες οἱ κύριοί της ὅτι χάθηκε ἡ ἐλπίδα τοῦ κέρδους, τῆς εἴσπραξης χρημάτων, κατηγόρησαν τούς Ἀποστόλους Παῦλο καί Σίλα στίς ἀρχές τοῦ τόπου, ὅτι δῆθεν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί προκαλοῦν ταραχές στήν πόλη, ὅτι εἰσάγουν ἔθιμα πού δέν ἐπιτρέπονται στούς Ρωμαίους. 
Ξεσηκώθηκε ὁ λαός ἐναντίον τους, ὅρμησαν ἐπάνω τους, τούς χτύπησαν, ἔσχισαν τά ροῦχα τους καί τούς ἔκλεισαν στή φυλακή. Ὅλα αὐτά γιατί ἡ νέα δέν θά ἔβγαζε πλέον χρήματα ἀπό τό πάθος της.
Πρό ἐτῶν πάλι μοῦ ἔλεγε ἕνας τυφλός: Ζητάω ἀπό κάποιους χρήματα δῆθεν δανικά, ἀλλά δέν πρόκειται ποτέ  νά τά ἐπιστρέψω. Καί τί θά μοῦ κάνουν; Θά μέ πᾶνε στά δικαστήρια τυφλό ἄνθρωπο; Δέν ὑπάρχει χειρότερο πράγμα ἀπό τό νά κάνει κάποιος ἐμπόριο τήν ἀναπηρία του. Εἶναι μέγας ξεπεσμός καί ἔσχατος ἐξευτελισμός τῆς ἀξιοπρέπειάς του.
Λοιπόν αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος λόγος γιά τόν ὁποῖο ρωτάει ὁ Χριστός τόν τυφλό. Εἶναι νά θέλει καί ὁ ἄλλος καί τότε θά τοῦ κάνει ὁ Χριστός ὅ,τι τοῦ ζητήσει.
2ον. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, γιά νά φανεῖ πώς ὁ τυφλός δέν εἶναι ἕνας συνηθισμένος ἐπαίτης, κάποιος  ἀπό τούς συνήθεις ζητιάνους, ἀλλά πρόκειται γιά ἄνθρωπο πού ἔχει πίστη. Αὐτή ἄλλωστε τόν ὁδηγοῦσε στόν Χριστό, πού μποροῦσε νά τοῦ δώσει τό φῶς του. Αὐτή τόν ἔκανε νά φωνάζει. Ὁ τυφλός, λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο, ἐβόησε, πού σημαίνει φώναζε δυνατά, μέ ὅση δύναμη εἶχε. Ἰησοῦ, Υἱέ Δαβίδ, ἐλέησόν με. Μέ τά λόγια αὐτά δείχνει τήν πίστη, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε στόν κόσμο. Μάλιστα ὁ Κύριος τό ὁμολόγησε, τοῦ τό εἶπε ξεκάθαρα , ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 
Ἀσφαλῶς, ἀγαπητοί μου, ὁ Χριστός γνωρίζει ποιοί εἴμαστε. Γνωρίζει πολύ καλά ὅλες μας τίς ἀνάγκες καί τίς ἐλλείψεις μας. Ζητάει ὅμως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά τίς ποῦμε, νά τίς κάνουμε αἰτήματα. Αὐτό ἔχει μεγάλη βαρύτητα καί ἀξία. Ὅταν ἐκθέτουμε τίς ἀνάγκες μας, τότε διδάσκουμε τούς ἑαυτούς μας νά ἐκτιμοῦμε τήν ἀξία τοῦ θείου ἐλέους καί νά τό ἐπιζητοῦμε μέ ἐπιμονή. Ἄν δέν τό κάνουμε, εἴμαστε ἀνάξιοι τοῦ ἐλέους καί τῆς θείας βοηθείας. 
Τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν περίπτωση τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Δέν γνωρίζει ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας; Γιατί πρέπει νά τίς ἐξομολογηθοῦμε στόν πνευματικό; Γιά νά ταπεινωθοῦμε, γιά νά στριμοχθοῦμε, γιά νά καταλάβουμε πόσο μεγάλο κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία, πόσο μᾶς προσβάλλει  ὅταν τήν διαπράττουμε καί νά ζητήσουμε τό ἔλεός τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά ζητήσουμε, γιά νά εἰσακουσθοῦμε. Νά ζητήσουμε, γιά νά μᾶς δώσει. Γιά τήν σωτηρία μας κάτι, ἔστω καί ἐλάχιστο πρέπει νά συμβάλουμε κι᾿ ἐμεῖς. 
Κάνω τώρα μία ἁπλή σκέψη: Τόσοι πολλοί  ἀκολουθοῦσαν τόν Χριστό. Τόσοι πολλοί πήγαιναν μαζί του. Αὐτοί δέν εἶχαν καμία ἀνάγκη, δέν εἶχαν κανένα πρόβλημα καί εἶχε μόνο ὁ τυφλός; Γιατί δέν τούς βοήθησε ὁ Χριστός; Γιατί ἀσχολήθηκε μόνο μέ ἕναν καί μάλιστα πού ἔστεκε μακρυά καί δέν μποροῦσε νά πλησιάσει; 
 Γιατί αὐτός πίστευε, αὐτός φώναζε καί ζητοῦσε τό ἔλεός του. Οἱ ἄλλοι ἔτρεχαν ξοπίσω του, ὄχι ἀπό πίστη, οὔτε ἀπό εὐλάβεια, ἀλλά ἀπό κάποια περιέργεια. Ἦταν κοντά στόν Χριστό, μά δέν εἶχαν καμία σχέση μαζί του. Οἱ καρδιές τους δέν εἶχαν δοθεῖ σ᾿ αὐτόν, δέν τόν πίστευαν καί μάλιστα ἦταν αὐτοί πού ἐμπόδιζαν τόν τυφλό νά πλησιάσει καί τόν ἐπιτιμοῦσαν, τόν μάλωναν, γιά νά σιωπήσει. 
Αὐτό πολύ νά τό προσέξουμε ὅλοι μας. Μήπως ἐμεῖς πού λέμε, ὅτι εἴμαστε χριστιανοί καί τρέχουμε στίς ἐκκλησίες, μήπως τελικά εἴμαστε ξένοι καί μακρυά ἀπό τόν Χριστό. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά μήπως κάνουμε τό σοβαρό λάθος, τό μεγάλο κακό, νά ἐμποδίζουμε καί τούς ἄλλους νά πλησιάσουν ἤ ἀκόμη μήπως διώχνουμε τούς ἄλλους ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τόν Χριστό.
Σ᾿ ἕνα ἀπό τά φοβερά οὐαί πού ἐξαπέλυσε ὁ Χριστός ἐναντίον τῶν φαρισαίων ἦταν καί τό παρακάτω: Ἀλοίμονό σας γραμματεῖς καί φαρισαῖοι ὑποκριταί, πού οὔτε ἐσεῖς μπαίνετε στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ οὔτε καί ἐκείνους πού θέλουν νά μποῦν τό ἐπιτρέπετε.

 Βλέπετε ἡ πάπια ἤ ἡ χήνα μπορερῖ νά εἶναι ὧρες ὁλόκληρες μέσα στό νερό καί δέν βρέχεται. Τό ψάρι εἶναι σέ ὅλη του τήν ζωή μέσα στήν θάλασσα, στό ἁλμυρό νερό, χωρίς νά πάρει καθόλου ἀπό τήν ἁλμύρα τῆς θάλασσας. Αὐτό πάει νά πεῖ, ὅτι μετράει πολύ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο πλησιάζουμε τόν Χριστό, γιά νά πάρουμε χάρι καί εὐλογία. Νά πλησιάζουμε ὄχι μέ ἀπιστία, ὄχι μέ περιέργεια, ἀλλά μέ πίστη καί εὐλάβεια, γιά νά προσφέρει σέ μᾶς ὁ Χριστός τό μέγα ἔλεός του. Ἀμήν.-

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Κυριακή ΙΓ Λουκᾶ (24-11-2013)


Ἕνας νέος, πλούσιος καί ἄρχοντας, ἄνθρωπος μέ θέση, μέ  πλοῦτο καί ἀξίωμα πλησιάζει τόν Ἰησοῦ Χριστό καί τόν ξαφνιάζει μέ τήν ἐρώτησή του, ὅπως ξαφνιαζόμαστε κι᾿ ἐμεῖς σήμερα. Τί πρέπει νά κάνω, Κύριε, γιά νά κερδήσω τήν αἰώνια ζωή, γιά νά ἀποκτήσω τόν παράσεισο; 
Αὐτό εἶναι τό πολύ παράξενο σέ ὅλη τήν  ὑπόθεση. Νέος νά πιστεύει καί νά ἐφαρμόζει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ; Πλούσιος νά μή γλεντοκοπάει, ἀλλά νά ἔχει πνευματικά ἐνδιαφέροντα; Ἄρχοντας νά σκέφτεται τήν ψυχή του καί τήν σωτηρία του; Εἶναι πράγματι πολύ παράξενο, γιατί ὅλοι αὐτοί δέν μᾶς ἔχουν συνηθίσει σέ κάτι τέτοια. Μέ ἄλλα ἀσχολοῦνται, ὄχι μέ τόν Θεό, μέ τήν πίστη, μέ τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.
Ὁ νέος αὐτός ὁ κατά τά ἄλλα πιστός καί ἀγωνιστής πῆρε μιά ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό, πού τόν ἄφησε ἄφωνο, πού τόν γκρέμισε ἀπό τά σύννεφα στά ὁποῖα πετοῦσε. Εἶσαι ἀξιέπαινος, πού ἀπό μικρό παιδί ἐφαρμόζεις κάποιες ἐντολές τοῦ Θεοῦ, μά δέν φτάνει αὐτό. Ἔκανες πολλά, μά σοῦ λείπει ἀκόμη ἕνα. Κάτι ἐπί πλέον πρέπει νά κάνεις. 
Ἐσύ πού ἐπιζητεῖς τήν τελειότητα, πήγαινε πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις, μοίρασέ τα στούς φτωχούς καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις. Τότε πράγματι θά σώσεις τήν ψυχή σου, τότε θά κληρονομήσεις τήν αἰώνια ζωή. Τό τελευταῖο πού πρέπει νά κάνεις καί μάλιστα εἶναι τό ἀνώτερο ὅλων, εἶναι νά μέ ἀκολουθήσεις.
Γιατί τά εἶπε αὐτά ὁ Κύριος; Γιατί τοῦ ἔδωσε αὐτήν τήν ἀπάντηση; Γιατί σάν Θεός παντογνώστης γνώριζε τήν ζωή του, τήν κατάσταση αὐτοῦ τοῦ νέου, τήν ψυχή του, τίς ἐπιθυμίες του καί πῶς διέκειτο ἀπέναντί του.
Μέ ἄλλα λόγια ὁ νέος αὐτός τηροῦσε κάποιες ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλ εἶχε τό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Δέν μποροῦσε νά ἀποδεσμευτεῖ ἀπό τά χρήματα καί τά κτήματα. Ἦταν σφιχτά δεμένος μέ τήν γῆ, γιαὐτό καί δέν μποροῦσε νά ἀνυψωθεῖ. Δέν μποροῦσε νά ἐπιτύχει αὐτό πού λένε οἱ καταβασίες τῶν Χριστουγέννων, πού ἤδη ἀρχίσαμε νά ψάλουμε: Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε. 
Αὐτό σημαίνει πώς δέν ἀρκεῖ μόνο νά πιστεύουμε καί νά ποθοῦμε τήν αἰώνια ζωή. Δέν ἀρκεῖ νά ἔχουμε πνευματικά ἐνδιαφέροντα, οὔτε μᾶς ἐξασφαλίζει τόν οὐρανό τό γεγονός ὅτι ἔχουμε τηρήσει κάποιες βασικές ἐντολές. Πρέπει νά μάθουμε νά ὑπακοῦμε σέ ὅλα. Μπορεῖ κάποιο πάθος, κάποια ἀδυναμία μας νά ἀποβεῖ μοιραία καί καταστροφική γιά τήν σωτηρία μας. 
Τό δεύτερο πού κατάλαβε ὁ Χριστός εἶναι, ὅτι ὁ νέος αὐτός δέν τόν πίστευε, ὅτι εἶναι Θεός. Γιαὐτό στό τέλος τοῦ εἶπε, δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις. Πῶς τό καταλαβαίνουμε αὐτό, ὅτι δέν τόν πίστευε γιά Θεό; Ἀπό τά λόγια πού τοῦ εἶπε, γιατί μέ λές ἀγαθό; Ἀγαθός εἶναι μόνο ὁ Θεός. Κι᾿ ἐσύ, ἀφοῦ δέν πιστεύεις, ὅτι εἶμαι Θεός, γιατί μέ  ἀποκαλεῖς ἔτσι; ;
Ὅμως σάν ἄκουσε αὐτά τά λόγια, ἔκανε μεταβολή καί ἔφυγε. Ὅταν τοῦ τέθηκε τό δίλημμα ἤ Χριστός ἤ χρυσός, ἐκεῖνος προτίμησε τόν χρυσόν, τά χρήματα καί τά κτήματα καί ἐγκατέλειψε τόν Χριστό, ἀρνήθηκε τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία  ἀγωνίσθηκε, μά δέν τό ἔκανε μέχρι τό τέλος.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶναι τό σημαντικότερο δίδαγμα, ἡ κεντρική ἰδέα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Νά ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό, γιατί εἶναι δυνατόν νά κάνουμε κάτι ἀπό τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στό τέλος νά μή ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
Κάποια παραδείγματα: Εἶναι ἀλήθεια, πώς στήν ζωή μας εἴτε τό θέλουμε εἴτε δέν τό θέλουμε, θά ἔχουμε σταυρό. Μάλιστα δέ θά σηκώνουμε πολλούς σταυρούς, μᾶς ἀρέσει-δέν μᾶς ἀρέσει. Οἱ θλίψεις, οἱ στενοχώριες, τά προβλήματα εἶναι καθημερινά στή ζωή μας καί αὐτά εἶναι οἱ σταυροί, πού σηκώνουμε. Ἐμεῖς ὀφείλουμε αὐτό πού κάνουμε, νά τό κάνουμε μέ προθυμία γιά τόν Κύριό μας, γιά τήν πίστη μας. Ἐπειδή Ἐκεῖνος τό εἶπε. Ἐπειδή Ἐκεῖνος τό θέλει καί τό περιμένει ἀπό μᾶς. Ὅ,τι κάνουμε, νά εἶναι καί νά γίνεται πάντοτε σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Δέν σηκώνουμε τόν σταυρό μας ἀναγκαστικά. Τί νά κάνω, σηκώνω τόν σταυρό μου, ἀφοῦ δέν γίνεται διαφορετικά. Ὄχι ἔτσι. Τό κάνουμε, γιατί τό θέλει ἤ γιατί τό ἐπιτρέπει ὁ Χριστός. Τότε ἔχει ἀξία, τότε ἔχουμε μισθό ἀπό τόν Θεό.
Πολλοί θέλοντας καί μή σηκώνουν τόν σταυρό τους, μά δέν ἀκολουθοῦν στόν Χριστό. Δέν τόν πιστεύουν, δέν θέλουν νά ἔχουν σχέσεις μέ Αὐτόν, μέ τήν πίστη, μέ τήν Ἐκκλησία. Αὐτοί ἀσφαλῶς δέν ὠφελοῦνται καθόλου ἀπό τόν σταυρό πού σηκώνουν, γιατί δέν εἶναι σταυρός τοῦ Κυρίου, οὔτε τό κάνουν γιά τόν Κύριο.
Ἐπίσης εἶναι πολλοί πού δίνουν στούς φτωχούς, ἡ ἐλεημοσύνη τους εἶναι μεγάλη, ἀλλ᾿ ἐπειδή δέν γίνεται ἐν Κυρίῳ, δέν πιστεύουν, ἐπειδή δέν ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, δέν ὠφελοῦνται καθόλου ἀπό αὐτό πού κάνουν. Μᾶς τό εἶπε ὁ Κύριος, ἐάν προσευχώμαστε, ἐάν νηστεύουμε, ἐάν ἐλεοῦμε γιά τό θεαθῆναι, χωρίς νά ἔχουμε πίστη, ἐάν δέν τό κάνουμε γι᾿ αὐτόν, δέν ὠφελούμεθα καθόλου. Ἀπέχομεν τόν μισθόν ἡμῶν.
Λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πᾶν μή ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί. Ἄν δέν προέρχεται ἀπό τήν πίστη μας, μέ αὐτό πού κάνουμε τρέφουμε τόν ἐγωϊσμό μας, ὁπότε δέν μᾶς ὠφελεῖ, μᾶς κολάζει.
Στούς μακαρισμούς λέει ὁ Κύριος: Εἶναι μακάριοι ὅσοι διώκονται ἕνεκεν δικαιοσύνης. Καί λίγο παρακάτω, εἶστε μακάριοι ὅταν σᾶς καταδιώκουν καί σᾶς κακολογοῦν ἕνεκεν ἐμοῦ. Ὅταν παθαίνετε ἐξ αἰτίας μου, θά ἔχετε μισθόν πολύν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ὄχι ὅταν ἐσεῖς εἶστε ἔνοχοι καί παράνομοι ἤ διώκεσθε γιά τίς ἰδεολογίες σας, γιά τίς πολιτικές σας πεποιθήσεις ἤ γιά ὁποιονδήποτε ἄλλο λόγο. Ὅσοι κάνουν τό καλό, δέν ἀκολουθοῦν πάντοτε τόν Χριστό καί αὐτό εἶναι τό μεγάλο τους λάθος. Κάνουν τό καλό, μά δέν ὠφελοῦνται καθόλου.
Ἀγαπητοί μου,
Ὁ πλούσιος νέος ἔκανε πολλά, μά στό τέλος δέν σώθηκε, γιατί ὑστεροῦσε σέ ἕνα. Σέ ἕνα δέν πῆγε καλά. Ἕνα δέν μπόρεσε νά κάνει. Ἐμεῖς ὑστεροῦμε σέ ἕνα μόνο ἤ σέ πολλά; Ὁπότε τί λέτε, θά σωθοῦμε μέ τόσες παραβάσεις καί παραλλείψεις; Τί μᾶς ἀπομένει νά κάνουμε; Ἀσφαλῶς νά συνεχίσουμε τόν ἀγώνα μας μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις καί νά ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό. Νά μένουμε συνεχῶς κοντά του. Ὁ ἀγώνας μας νά εἶναι ἕνας: Νά μή ἀπομακρυνθοῦμε ποτέ ἀπό αὐτόν, νά μή τόν ἐγκαταλείψουμε ὅπως καί ἄν ἔρθουν τά πράματα, νά μή τόν ἀρνηθοῦμε. Τότε θά ἐλπίζουμε, ὅτι θά μᾶς σώσει τό μέγα ἔλεός του. Ἀμήν.-