Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή Γ΄Λουκᾶ (9-10-2011).

 Κοντά στήν πύλη τῆς Ναΐν γίνεται μία σημαντική συνάντησις.  Ὁ Χριστός μέ τήν συνοδεία του συναντᾶ μιά ἄλλη συνοδεία, συνοδεία πένθιμη. Μιά χαροκαμένη μάνα, πού πρίν ἀπό λίγο ἔθαψε τόν ἄνδρα της, τώρα ὁδηγεῖ στά μνήματα καί τό μονάκριβο παιδί της.
Ὁ Χριστός τήν βλέπει νά κλαίει σπαρακτικά καί τήν σπλαχνίζεται, τήν λυπᾶται. Μή κλαῖς, τῆς εἶπε στοργικά. Ὕστερα ἀπευθύνεται στό νεκρό παιδί καί σήκω ἐπάνω τοῦ λέει. Τόν πιάνει ἀπό τό χέρι καί ζωντανό πλέον τόν παραδίδει στήν μητέρα του.  Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι ἐθαύμασαν καί δόξασαν τόν Θεό. Εἶπαν, ὅτι μεγάλος προφήτης φάνηκε ἀνάμεσά μας καί ὅτι ὁ Θεός δέν μᾶς ξέχασε, ἐπισκέφθηκε τόν λαό του.
Σήμερα λοιπόν πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τόν θάνατο καί τόν πόνο πού προκαλεῖ στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἄς δοῦμε ποιός φταίει γιά τόν θάνατο; ποιός τόν δημιούργησε;
Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς λέμε, ὅτι δέν τόν δημιούργησε ὁ Θεός. Δέν  εὐθύνεται Αὐτός, δέν εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου. Βεβαίως ὁ Θεός γνωρίζει πότε καί πῶς θά πεθάνει ὁ καθένας μας, ἀλλά δέν εὐθύνεται γιά τόν θάνατό μας, ὅπως δέν φταίει ὁ γιατρός πού παρακολουθεῖ τόν ἀσθενή καί γνωρίζει τήν ἐξέλιξη πού θά ἔχει ἡ ἀσθένειά του.
Ἀπό τήν ἀρχή, κατά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, ὁ Θεός ἔδωσε τήν δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά γίνει ἀθάνατος, ἐφόσον αὐτός ἀκολουθοῦσε τήν ἐντολή Του. Σάν βραβεῖο θά τοῦ ἔδινε τόν καρπό ἀπό τό ξύλο τῆς ζωῆς καί ἔτσι θά γινόταν ἀθάνατος. Ὅμως φθόνῳ καί συνεργείᾳ τοῦ διαβόλου ὁδηγήθηκε στήν παράβαση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ἁμάρτησε καί ἔτσι ἔχασε τήν αἰωνιότητα. Ἀπό τήν στιγμή πού παρήκουσε τόν Θεό, μπῆκε ὁ θάνατος στή ζωή μας καί χάσαμε τήν εὐκαιρία νά γίνουμε ἀθάνατοι. Ὁ θάνατος ἄρχισε τό μακάβριο ἔργο του.
Ἡ πρώτη πού γεύθηκε τόν πόνο τοῦ θανάτου καί θρήνησε ἦταν ἡ Εὔα, ὅταν τό ἕνα της παιδί, ὁ Ἄβελ, ἔπεσε σκοτωμένος ἀπό τό ἄλλο παιδί της, τόν Κάΐν. Αὐτή πρώτη ἁμάρτησε, αὐτή πρώτη δοκίμασε τόν πόνο τοῦ θανάτου. Ἀπό ἐδῶ φαίνεται πολύ καθαρά, ὅτι ὑπεύθυνη γιά τόν θάνατο εἶναι ἡ ἁμαρτία, πού ἐμεῖς διαπράττουμε.
Μετά τήν πτώση στήν ἁμαρτία ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔγινε θνητή, φθαρτή καί παθητή. Ἄρχισε νά ἔχει πάθη φθοροποιά καί παθήματα, ἀσθένειες, πού ὁδηγοῦν στόν θάνατο. Ἄρα δέν ἔχει εὐθύνη ὁ Θεός γιά τόν θάνατο. Δέν ἔκανε τόν θάνατο, οὔτε χαίρεται πού χάνονται τά πλάσματά του. Ἀντίθετα συμπονεῖ καί συμπαραστέκεται στόν ἀνθρώπινο πόνο. Ὁ Χριστός πόνεσε, γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τόν πόνο. Πέθανε πάνω στόν σταυρό, γιά νά προσφέρει στούς θνητούς ἀνθρώπους τήν ζωή. Ἤρθε στόν κόσμο, ἵνα ζωήν ἔχωμεν καί περισσόν ἔχωμεν. Τό περισσόν εἶναι ἡ αἰώνια ζωή. Τό ἄλλο σπουδαῖο εἶναι, ὅτι ὁ Θεός μεταβάλλει τόν θάνατο ἀπό κακό, ὅπως ἐμεῖς τόν θεωροῦμε, σέ εὐεργεσία.
 Μέ αὐτόν πᾶμε στόν Θεό, στόν παράδεισο, στήν αἰώνια ζωή, σέ ἀνάπαυση καί χαρά. Πρέπει νά πεθάνουμε, γιά νά ζήσουμε αἰώνια. Ὁ τάφος γίνεται κλῖμαξ πρός οὐρανόν. Σκάλα πού ἡ βάση της πατάει στήν ταφόπλακα καί ἡ κορυφή της ἀκουμπάει στόν οὐρανό.
 Μέ τήν σκέψη τοῦ θανάτου τρομάζουμε μέν, ἀλλά σταματοῦμε τήν ἁμαρτία. Μετανοοῦμε, ἀλλάζουμε τρόπο ζωῆς, γινόμαστε καλύτεροι τόσο ἐμεῖς, ὅσο καί οἱ δικοί μας. Μιά ἀρρώστια μας ἤ ὁ θάνατος κάποιου δικοῦ μας ἀνθρώπου γίνεται σωτηρία γιά μᾶς. Τότε πιστεύουμε καλύτερα καί περισσότερο. Τότε μπαίνουμε στήν Ἐκκλησία πιό σωστά. Τότε ζοῦμε ζωή πνευματική καί μυστηριακή. Μέ τήν ὑγεία μας πολλές φορές πᾶμε στήν κόλαση, ἐνῷ μέ τήν ἀρρώστια μας πᾶμε στόν παράδεισο.
Γιά τούς πολέμους, πού γίνονται, γιά τήν πείνα πού ὑπάρχει, γιά τίς ἀτομικές βόμβες πού καταστρέφουν, γιά τήν ραδιενέργεια πού ἁπλώνεται σέ ἀέρα, γῆ καί θάλασσα καί μολύνει τά πάντα καί σκοτώνει τούς ἀνθρώπους ἀσφαλῶς δέν φταίει ὁ Θεός.
Λέει ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅταν σαλπίσει ὁ φρουρός καί σύ ἀκούσεις τήν σάλπιγγα, ἀλλά δέν φυλαχθεῖς, δέν λάβεις μέτρα ἀσφαλείας, θά πέσει ἡ ρομφαία, τό μαχαίρι θά πέσει ἐπάνω σου. Τότε τό αἷμα πάνω στό κεφάλι σου. Δηλαδή θά φταῖς ἐσύ γιά τό κακό πού θά σοῦ γίνει. Γι᾿ αὐτό προειδοποιεῖ, μή ἀσεβήσεις, μή γίνεσαι σκληρός, γιά νά μή πεθάνεις πρίν ἀπό τήν ὥρα σου.
Ὅταν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καί σακατεύουμε τό σῶμα μας, τό καταντοῦμε ἀσθενικό καί ὁδηγούμαστε μόνοι μας καί πιό σύντομα στόν θάνατο, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν καπνίζουμε καί γεμίζουν τά πνευμόνια μας καρκίνο, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν ἀπό τό πολύ πιοτό παθαίνουμε κίρρωση τοῦ ὕπατος, δέν φταίει ὁ Θεός. Ὅταν ὁδηγοῦμε μεθυσμένοι καί προκαλοῦμε θανατηφόρα τροχαῖα ἀτυχήματα, δέν φταίει ὁ Θεός.
Ἀκόμη ὅταν κακοποιοῦμε τήν φύση καί ἔρχεται ἐκείνη καί μᾶς ἐκδικεῖται φταίει ὁ Θεός; Ὅταν χτίζουμε μέσα στά ρέματα καί προκαλοῦνται ἔτσι καταστροφικές πλημμύρες, φταίει ὁ Θεός; Ὅταν ρυπαίνουμε τίς θάλασσες καί μολύνονται τά ψάρια καί αὐτά μέ τήν σειρά τους δηλητηριάζουν τόν ἄνθρωπο, φταίει ὁ Θεός; Ὅταν τά φροῦτα, τά κηπευτικά καί τά ἄλλα ἀγροτικά προϊόντα τά φορτώνουμε μέ φάρμακα, πού μᾶς φαρμακώνουν, φταίει  ὁ Θεός;  Λοιπόν τά δικά μας λάθη καί ἐγκλήματα μή τά ρίχνουμε στόν Θεό. Τόν ἀδικοῦμε πολύ, ἀκόμη καί Τόν βλασφημοῦμε, ὅταν πιστεύουμε καί λέμε τέτοια πράγματα.
Ἀγαπητοί μου,
Μετά τήν πτώση στήν ἁμαρτία, μπῆκε ὁ θάνατος στή ζωή μας. Ὅλοι εἴμαστε μελλοθάνατοι. Γιά ὅλους θά ὑπάρξει ἕνας τάφος σάν προσωρινή μας κατοικία. Λέμε στίς κηδεῖες: Συνοδέψαμε τόν κεκοιμημένο στήν τελευταία του κατοικία. Αὐτό εἶναι πολύ μεγάλο λάθος. Στόν τάφο ὅλοι εἶναι πρόσκαιροι, περαστικοί. Ἡ τελευταία μας κατοικία θά εἶναι ἤ ἡ κόλασις ἤ ὁ παράδεισος. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται, ἀπό τό πῶς θά ζήσουμε. Ἄς προσέξουμε τήν ζωή μας, νά εἶναι κατά Θεόν, ὥστε ὁ τάφος μας νά μή γίνει πέρασμα στήν αἰώνια κόλαση, ἀλλά σκάλα πού θά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό, στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.- 


Δεν υπάρχουν σχόλια: