Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Κυριακή τῆς Τυρινῆς (14-2-2010)

             Τήν τετάρτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου, πού λέγεται τῆς Τυρινῆς, ὥρισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες νά ἐνθυμούμεθα τήν ἔξωση τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί παρήκουσαν καί δέν κράτησαν τήν ἐντολή τῆς νηστείας, πού τούς ἔδωσε ὁ Θεός.
Ζοῦσαν μέσα στόν παράδεισο, μέσα σ᾿ ἕνα κῆπο, πού τίποτε κακό δέν ὑπῆρχε. Ὅλα ἦσαν καλά λίαν, ὅλα ἦσαν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὑπῆρχε ὅμως ἕνα φυτό, πού οἱ πρωτόπλαστοι νά ἔπρεπε νά φᾶνε ἀπό τόν καρπό του. Δέν ἦσαν ἀκόμη ὥριμοι νά τό γευτοῦν. Αὐτό θά γινόταν ἀργότερα, ὅταν θά ὡρίμαζαν πνευματικά. Ὅπως τό βρέφος δέν τρώει ψωμί, οὔτε κρέας, ἔστω καί ἄν εἶναι θρεπτικά, γιατί θά τοῦ κάνουν κακό, ζημία, ἔτσι καί οἱ πρωτόπλαστοι δέν ἔπρεπε νά γευτοῦν τούς καρπούς αὐτοῦ τοῦ δέντρου.
Ὁ διάβολος κατώρθωσε νά τούς πείσει, πρῶτον ὅτι ὁ Θεός δέν θέλει τό καλό τους, ἀλλά ἐπιθυμεῖ νά τούς στερήσει τήν θέωση, αὐτό ἀκριβῶς γιά τό ὁποῖο τούς προώριζε. Δεύτερον, ὅτι θά ἀποκτήσουν τήν θέωση μέ ἀποκλειστικά δικές τους ἐνέργειες, ἄσχετα ἄν ἦσαν ἀντίθετες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό μεγάλο λάθος τους ἦταν, ὅτι ἄκουσαν τά πονηρά λόγια τοῦ διαβόλου καί αὐτό τούς ἔκανε νά ψυχρανθοῦν μέ τόν Θεό καί νά ἀπομονωθοῦν, νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό Αὐτόν.
Πρέπει νά τό τονίσουμε καί νά τό προσέξουμε ἰδιαίτερα, ὅτι ἡ ἀλλαγή ἀφοροῦσε μόνο τούς ἀνθρώπους. Καμία ἀλλοίωση δέν ἔγινε στό Θεό, καμία ψυχρότης, καμία ἐλάττωση τῆς ἀγάπης Του. Τό κακό ἔγινε μόνο μέσα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί ἐκεῖ ἔπρεπε νά γίνει ἡ γιατρειά.
Ἄκουσαν τήν συκοφαντία τοῦ διαβόλου καί ἔκλεισε ἡ καρδιά τους στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Γυμνώθηκαν ἀπό τήν θεία ἐνέργεια, πού τούς σκέπαζε σάν ροῦχο ἄφθαρτο. Ἔφυγε ἡ χάρη ἀπό τήν καρδιά τους, γιατί κατοίκησε ἐκεῖ μέσα ὁ διάβολος. Ὁ Θεός ὅμως ποτέ δέν ἔπαψε νά τούς ἀγαπᾶ, δέν τούς στέρησε τήν χάτη Του. Ποτέ δέν ἔπαψε νά περιβάλλει ἀπ᾿ ἔξω τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ πρωτόπλαστοι ἔχασαν τήν θεϊκή στολή, πού φοροῦσαν. Ὅταν ἔφαγαν ἀπό τό ξύλο τῆς γνώσεως, ἄνοιξαν τά μάτια τους καί εἶδαν τήν πραγματικότητα, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Αὐτό τό δρᾶμα τῆς γύμνωσῆς μας θεραπεύεται μόνο μέ τό ἅγιο βάπτισμα, κατά τό ὁποῖο  ντυνόμαστε ἔνδυμα φωτεινό, τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας. Ντυνόμαστε τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε.
Τό ροῦχο αὐτό, πού τούς ἔλειψε, τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, πού ἔχασαν, τό ἀντικατέστησαν μέ τά φύλλα συκῆς, πού οἱ ἴδιοι ἔρραψαν. Τό ἀντικατέστησαν δηλαδή μέ τά ἔργα τῶν χειρῶν τους, μέ δικές τους ἀνθρώπινες προσπάθειες. Τά διάφορα ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμη καί αὐτός ὁ πύργος τῆς Βαβέλ ἕνα πρᾶγμα ἔδειχναν, τήν ἐπιθυμία γιά ἀνύψωση καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός δέν ἄφησε τά πλάσματά του ἀβοήθητα κάτω ἀπό τήν ἐπιβουλή τοῦ διαβόλου. Ἔσπευσε νά βοηθήσει. Μέσα στόν Παράδεισο ἀκούσθηκε ὁ ἦχος τῶν ποδιῶν Του, πού περπατοῦσαν. Ἄκουσαν τήν φωνή Του, πού τούς καλοῦσε. Τίποτε τό ἄγριο δέν εἶχε ἐκείνη ἡ μακαρία φωνή. Τίποτε τό ἀπάνθρωπο καί αὐστηρό. Μόνο κάτι πονεμένο καί λυπηρό. Ἦταν μιά προσπάθεια νά τούς συνεφέρει πρίν εἶναι πολύ ἀργά. Ἦταν ἕνα κάλεσμα γιά μετάνοια καί σωτηρία.
Περπατοῦσε ὁ Χριστός στόν Παράδεισο τό δειλινό, σάν τόν βοσκό, πού ἔχασε τό πρόβατο καί τό φωνάζει. Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; Ποῦ εἶσαι πλάσμα τῶν χεριῶν μου; Ποῦ εἶσαι φίλε μου, ἀδελφέ καί συγκληρονόμε μου; 
-Ἄκουσα τήν φωνή σου καί φοβήθηκα. Εἶμαι γυμνός καί κρύφτηκα.
-Γιατί, Ἀδάμ, φοβήθηκες; Τί τό τρομακτικό εἶδες στήν ὄψη αὐτοῦ πού σέ εὐεργέτησε μέ τόσα ἀγαθά; Αὐτοῦ πού σέ τίμησε μέ τόση τιμή; Ποιός σοῦ εἶπε, ὅτι εἶσαι γυμνός; Τί σέ ἔκανες νά δεῖς αὐτή τήν ἀλήθεια, νά ἀντιληφτεῖς τήν φτώχεια σου;
Τί μεγάλη ἀγάπη!  Τόν διευκολύνει  στήν μετάνοια, τόν ὁδηγεῖ στήν ἐξομολόγηση. Λέγει ὁ Κύριος τήν ἁμαρτία, γιά νά κάνει τά πράγματα εὔκολα στόν Ἀδάμ.
Ἄν ὁ Ἀδάμ ἔλεγε, ναί, Κύριε, δέν σέ ἄκουσα, συγχώρησέ με, θά τελείωναν ὅλα πολύ ὄμορφα. Ἔτσι θά σωζόταν καί ὁ Ἰούδας. Μά δέν ἔγινε.Ἡ λέξη πού ἀνοίγει τήν κλειστή πόρτα τῆς καρδιᾶς στή θεία χάρη εἶναι: Συγχώρησέ με. Ὅμως ὁ Ἀδάμ δέν τήν εἶπε. Προτίμησε νά ἀντιτάξει τό μῖσος στήν ἀγάπη. Ἐσύ φταῖς, γιατί ἡ γυναίκα, πού ἐσύ μοῦ ἔδωσες, αὐτή μοῦ ἔδωσε ἀπό τόν καρπό καί ἔφαγα.
Δέχτηκε ὁ Κύριος κλωτσιά ἀπό τό πλᾶσμα του, μά δέν μίλησε. Κοίταξε μήπως βρεῖ ἀνοικτή τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς στήν Εὔα. Γιατί τό ἔκανες, Εὔα; Ἀλλά τί κρῖμα! Οὔτε ἐδῶ μετάνοια, οὔτε ἐδῶ βρῆκε συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας! Ὄχι, δέν ἔφταιγε αὐτή, ἀλλά τό φίδι, πού ὁ Θεός δημιούργησε. Αὐτό τήν ἐξαπάτησε. Τί ζητᾶς εὐθύνη ἀπό ἐμᾶς, Κύριε, ἀφοῦ ἐσύ ὁ ἴδιος φταῖς. Ἐσύ δέν ἔκανες τήν γυναίκα; Ἐσύ δέν δημιούργησες τό φίδι;
Τό φαρμάκι τῆς διαβολῆς βρῆκε θέση στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Φαρμακώθηκε ἡ καρδιά τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας καί μίσησαν τόν Δημιουργό τους μέχρι σημείου νά Τόν κατηγορήσουν καί νά Τόν μεμφοῦν. Ἔτσι ἔκλεισαν ἑρμητικά οἱ καρδιές τους στή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού ποτέ δέν ἔπαψε νά τήν χτυπάει. Ἰδού ἔστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω. Ὅμως ἡ θύρα εἶναι καλά ἀμπαρωμένη καί μέσα κατοικεῖ ὁ διάβολος.
Μετά τήν προφητεία τῆς ἀπολυτρώσεως ἀρχίζει ἡ παιδεία, ὁ μακρύς δρόμος τῆς διορθώσεως τοῦ κακοῦ, πού συντελέσθηκε. Νά διωχθεῖ, νά βγεῖ ὁ πονηρός ἀπό τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Νά καταλάβει ὁ ἄνθρωπος τήν μηδαμινότητά του, τί εἶναι χωρίς Θεό. Νά Τόν ἀναζητήσει καί νά διψάσει γι᾿ Αὐτόν.
Πολλοί νομίζουν, ὅτι ὁ Θεός ἔδιωξε τόν Ἀδάμ ἀπό τόν παράδεισο, γιά νά τόν ἐκδικηθεῖ γιά τήν παρακοή του. Αὐτή εἶναι βλάσφημη σκέψη. Ὁ Θεός ποτέ δέν τιμωρεῖ ἐκδικητικά. Ἐνεργεῖ μόνο παιδαγωγικά, γιά νά διορθώσει καί νά σώσει. Ὅταν δέν ὑπάρχει δυνατότητα διορθώσεως καί σωτηρίας, δέν ὑπάρχει παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ἔδιωξε τόν Ἀδάμ ἀπό τόν παράδεισο, γιά νά προετοιμάσει τήν μέλλουσα σωτηρία του μέ μιά μακροχρόνια σκληρή ἄσκηση. Ἡ τρυφή θά τόν ἔριχνε σέ μεγαλύτερα κακά. Τοῦ χρειαζόταν ἡ σκληρή ζωή, γιά νά μπορέσει νά συνέλθει, νά περικόψει ὅσο γίνεται τά πάθη, τά ἀγκάθια, πού φύτρωσαν μέσα του.
Ἀκόμη ἐξορίσθηκε ὁ Αδάμ ἀπό τόν παράδεισο γιά τό ξύλο τῆς ζωῆς. Ἐάν ἔτρωγε ἀπό αὐτό, θά τοῦ δινόταν ἡ χάρη τῆς συνεχοῦς ζωῆς καί ἀνανεώσεως. Ὅμως στήν κατάσταση τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, πού ἔφτασε ὁ ἄνθρωπος, δέν τόν συνέφερε νά ζεῖ σωματικά γιά πολύ καιρό. Εἶναι πιό συμφέρουσα ἡ κοίμηση καί ἡ ἀνάπαυση ἀπό τούς κόπους μιᾶς ζωῆς πεσμένης στόν ψυχικό θάνατο.Ἡ ζωή μέσα σ᾿ ἕνα περιβάλλον κακίας εἶναι βάσανο ἀβάσταχτο. Ἐπί πλέον ὁ χρόνος θά μεγάλωνε γεωμετρικά τήν κακία πολλῶν ἀνθρώπων, ἄρα καί τήν δυστυχία καί τελικά θά καταστοῦσε ἀδύνατη τήν σωτηρία. Πράγματι δέν θά ὑπῆρχε πιό δυστυχισμέμο πλάσμα ἀπό ἕναν ἄνθρωπο νεκρό πνευματικά καί ἀθάνατο σωματικά, πού θά περιέφερε τήν πνευματική του γυμνότητα καί τό κενό τῆς ψυχῆς του στούς αἰῶνες.
Ἔδιωξε ὁ Θεός τόν Ἀδάμ ἀπό τόν παράδεισο, γιά νά μή συγκαλυφθεῖ τό φοβερό γεγονός τοῦ πνευματικοῦ θανάτου. Γιά νά μή τόν ξεγελάσει ἡ περαδείσια τρυφή καί ἡ ἀθανασία. Γιά νά καταλάβει τί εἶχε καί τί ἔχασε, δηλαδή τό ἀσύγκριτο καί ἄπειρο ἀγαθό, τόν Θεό. Ἐπέτρεψε ὁ Θεός τόν θάνατο καί τήν διάλυση τοῦ σώματος, σάν ἁπτή εἰκόνα τοῦ θανάτου τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ἀόρατος στά μάτια τῶν ἀνθρώπων. Ὅλα εἶχαν ἕνα καί μόνο σκοπό: Τήν ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι τήν ἀλλαγή τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θά πετυχαινόταν ἡ γιατρειά τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Θεός ἄφησε τό πρῶτο ζευγάρι νά πεθάνει, μά δέν ἔπαψε ποτέ νά τούς ἀγαπᾶ. Καί οἱ ἴδιοι ὠφελήθηκαν ἀπό αὐτή τήν διαπαιδαγώγησή Του. Θρηνοῦσαν συνεχῶς γιά τήν δόξα, πού  στερήθηκαν. Τελείωσαν τήν ζωή τους ἐνθυμούμενοι αὐτό τό ὁποῖο ἔχασαν καί εἶχαν καί χρόνο καί λόγους νά μετανοήσουν. Τελείωσαν τήν ζωή τους μετανοημένοι καί ἀποβλέποντας στόν καιρό πού θά ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία τῆς σωτηρίας. Εἶχαν πάρει πιά τό μάθημά τους.
Πολύ συγκινητικά εἶναι τά ἑπόμενα. Μέσα στόν ἄδη πού βρίσκονταν ἀναμένοντας τήν σωτηρία τους, ἄκουσαν τά γνώριμα βήματα Ἐκείνου, πού περπατοῦσε μέσα στόν παράδεισο. Καί μετά ἀπό τόσους αἰῶνες Τόν ἀντίκρισαν καί πάλι. Δέν πῆγε σέ κανέναν ἄλλο. Ἔσπευσε πρῶτα στόν Ἀδάμ, τόν φίλο του. Στάθηκε μπροστά τους καί ἔδειξε τά πόδια του.
Δεῖτε τά πόδια μου, πού τά κάρφωσαν , ἐπειδή ἐσεῖς βαδίσατε τόν δρόμο, πού δέν ἔπρεπε νά βαδίσετε.
Δεῖτε τά χέρια μου, πού ἅπλωσα γιά σᾶς πάνω στό σταυρό, ἐπειδή ἐσεῖς ἁπλώσατε τά δικά σας χέρια στό ἀπαγορευμένο δέντρο.
Κοίτα Ἀδάμ τήν πλευρά μου, πού τήν τρύπησαν  μέ λόγχη, ἐπειδή ἐσύ ἄκουσες τήν γυναίκα σου, πού ἔφτιαξα ἀπό τήν δική σου πλευρά.
Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἔσκυψαν ἀπό ντροπή. Ὅμως Ἐκεῖνος δέν ἄφησε τά πλάσματά του ἀπαρηγόρητα.
Μή σκύβετε πιά. Εἶμαι ἐδῶ νικητής γιά χάρη σας. Ὁ παράδεισος εἶναι καί πάλι δικός σας.
Ἡ χάρις ξεχύθηκε ἄφθονη στίς ψυχές τους καί μαζί μέ αὐτούς σέ κάθε αἰχμάλωτο τοῦ ἄδη. Ἡ πρώτη ἀνάσταση, ἡ ἀνάσταση τῶν ψυχῶν συντελέσθηκε. Ἡ φυλακισμένη στόν ἄδη ἀνθρωπότητα ἀνέβηκε στόν οὐράνιο παράδεισο τῶν ψυχῶν, ἕτοιμη νά πάρει πάλι τά σώματα κατά τήν κοινή ἀνάσταση.
Σήμερα ὁ Ἀδάμ εἶναι καί πάλι στόν παράδεισο. Βλέπει πάλι τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί εὐφραίνεται. Ἡ λύπη καί ὁ ἱδρώτας εἶναι παρελθόν γι᾿ αὐτόν. Ἡ Εὔα ξέχασε τούς πόνους καί τίς θλίψεις της. Ὅλους ἐμᾶς μᾶς καλοῦν νά διδαχθοῦμε ἀπό τό πάθημά τους, νά μή στήνουμε τό αὐτί μας σέ συκοφαντίες καί διαβολές. Νά δεχτοῦμε καί νά τιμήσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε γνωστή σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο μέ τήν τήν σατυρική του θυσία καί νά ζήσουμε κι᾿ ἐμεῖς μαζί τους τήν πρώτη καί δεύτερη ἀνάσταση. Ἀμήν.-


Δεν υπάρχουν σχόλια: